Κραυγή

Ήτανε καλοκαίρι. Τα παιδικά μου πόδια έτρεχαν το δρόμο που έβγαζε στο σπίτι όπου, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά, απολάμβανε την σιωπή του χωριού. Ήταν μέσα Ιουλίου και ο αγέρας ερχόταν θερμός από το νότο. Σαν έφτανα στην πόρτα με περίμενε η μυρωδιά του φαγητού, σημάδι πως επέστρεφα στο ασφαλές περιβάλλον της οικογένειας μακριά από το στοιχειωμένο, όπως το πίστευα δάσος. Κι …