Η Μικροσκοπική Αράχνη

Κάπου εκεί σε μια γωνιά στην τουαλέτα μου, είχε φτιάξει τον ιστό της μία μικροσκοπική αράχνη. Ο ιστός της δεν είχε πάνω από πέντε εκατοστά διάμετρο αλλά για αυτήν πρέπει να φάνταζε σαν ένα τεράστιο σπίτι. Καθόμουν και την παρατηρούσα κάθε φορά που πήγαινα στην τουαλέτα. Ούτε βιβλία, ούτε στοχασμός. Μόνον παρατήρηση.

Καθόταν εκεί και σαν μικρή εργάτρια, ύφαινε τον ιστό της. Έκλεινε τρύπες, δοκίμαζε την ποιότητα των νημάτων και όπου χρειαζόταν, τα ενίσχυε. Κι εγώ την παρακολουθούσα. Όταν πήγα να καθαρίσω το σπίτι, δεν μου πήγαινε η καρδιά να χαλάσω τον ιστό της. Είχε δουλέψει τόσο σκληρά για να φτιάξει αυτόν τον τεράστιο μικρόκοσμό της. Πήρα ένα λεπτό πανί και καθάρισα περιμετρικά τη γωνία. Άφησα τον ιστό της ανέγγιχτο. Αυτή με παρακολουθούσε με απορία μέσα από τη σκοτεινή τρύπα με πυκνά νήματα που είχε φτιάξει στο κέντρο και πίσω μέρος του ιστού της. Μία ημέρα παρατήρησα ότι κάτι είχε πιάσει. Κάποιο άλλο έντομο, το οποίο είχε τυλίξει σε παχύ ιστό. Ήταν διπλάσιο από το δικό της μέγεθος. Καθόταν εκεί, πάνω από το θήραμα της και μία στο τόσο, το τσιμπούσε με το μυτερό της πόδι. Αυτό άρχιζε αμέσως να σπαρταρά, χωρίς ελπίδα. Γεμάτη υπομονή, περίμενε να ξεψυχήσει, ώστε να έχει το τσιμπούσι της. Ένιωσα μεγάλη περηφάνεια για τη μικρή αυτή αράχνη. Τα είχε καταφέρει.

Οι μέρες πέρασαν. Το θήραμα φαγώθηκε. Η μικροσκοπική αράχνη μεγάλωσε. Μερικά χιλιοστά, τέλος πάντων. Την περασμένη εβδομάδα πήγα ξανά στην τουαλέτα. Την είδα να στέκεται ακίνητη στην άκρη του ιστού της. Συνήθως κρυβόταν στην τρύπα της όταν έμπαινα στην τουαλέτα. Αυτή τη φορά όμως δεν το έκανε. Σύντομα κατάλαβα το γιατί. Μία άλλη, σχεδόν διπλάσια, αράχνη είχε εμφανιστεί και στεκόταν στην άλλη άκρη του ιστού της. Καθόντουσαν και οι δύο ακίνητες και κοιταζόντουσαν για όλη τη διάρκεια που ήμουν στην τουαλέτα. Προσπάθησα να υπολογίσω πόσος χρόνος ήταν τα δέκα λεπτά της αράχνης σε ανθρώπινο χρόνο. Ένας άνθρωπος ζει περίπου ογδόντα χρόνια. Χοντρικά, 42 εκατομμύρια λεπτά. Μία μικρή αράχνη ζει το πολύ δύο χρόνια. Χοντρικά ένα εκατομμύριο λεπτά. Άρα τα δέκα λεπτά που οι δύο αράχνες καθόντουσαν και κοιτάγανε η μία την άλλη, αντιστοιχούσαν σε 420 ανθρώπινα λεπτά. Επτά ώρες μονομαχίας με τα μάτια. Και αυτός ήταν ο χρόνος που ήμουν εγώ παρών. Δεν ξέρω πόσα λεπτά πιο πριν είχαν αρχίσει. Σκέφτηκα να τη βοηθήσω. Με μία γοργή κίνηση της παντόφλας μου θα μπορούσα να βάλω ένα τέλος στα βάσανα της μικρής μου φίλης. Δεν το έκανα.

Την επόμενη ημέρα ξαναπήγα στην τουαλέτα. Η μικροσκοπική αράχνη έλειπε. Κοίταξα καλά μέσα στη φωλιά της μπας και ήταν εκεί. Τίποτα. Τις ερχόμενες ημέρες, κάθε φορά που πήγαινα τουαλέτα κοιτούσα να δω μήπως είχε επιστρέψει. Μέσα μου πίστευα ότι ίσως ήταν έξυπνη και έφυγε μακριά από τη μεγαλύτερη αράχνη με την προοπτική να γυρίσει πίσω στο σπίτι της όταν θα ήταν ξανά ασφαλές. Οι ημέρες γίνανε εβδομάδες και οι εβδομάδες μήνες. Ο δυνατός ιστός της είχε πια εξασθενήσει. Γεμάτος τρύπες και βρώμικος από χνούδια, στεκόταν εκεί να πάλλεται στο απαλό αεράκι. Πέρασα τη γωνία με το πανί και καθάρισα ότι υπολείμματα ιστού είχανε απομείνει. Μαζί του εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ίχνη της ζωής της μικρής αράχνης. Όλη η σκληρή δουλειά, οι θρίαμβοι και η τελική της ήττα χάθηκαν, με μία απαλή κίνηση του χεριού μου. Κάθισα για λίγο και κοίταξα τα απομεινάρια πάνω στο πανί. Ύστερα το καθάρισα κάτω από τρεχούμενο νερό και συνέχισα με τις υπόλοιπες καθαριότητες για το σπίτι.

Του Ευστράτιου Κούβέλα

Αφήστε μια σκέψη σας