Μια στιγμή

Μια γυναίκα καθόταν μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο χαζεύοντας τ’ άστρα που αναβόσβηναν σαν άγρυπνοι φάροι της νύχτας. Κάπνιζε, κι ο καπνός απ’ το τσιγάρο σχημάτιζε δαχτυλίδια που αναδύονταν αργά απ’ τα χείλη της τόσο που έλεγε κανείς πως κάτι καίγονταν μέσα της που έβγαινε απ’ τα σπλάχνα της λυτρωμένο προς τον ουρανό. Απέναντι στερεωμένος από αιώνες ένας ναός αφιερωμένος σε κάποιο αρχαίο θεό, γυμνός πια, μισογκρεμισμένος με τους κίονες του να χάσκουν σαν σκουριασμένες χορδές …