Βροχή

Από το πρωί δεν είχε σταματήσει να βρέχει. Πλημμύρισαν οι δρόμοι, ρυάκια έτρεχαν στα πεζοδρόμια, από τις στέγες των σπιτιών γλιστρούσαν ριπές νερού από τα σκοτεινιασμένα σύννεφα, οι άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από κάποιο κατάλυμα ή προσπαθούσαν να καλυφθούν όπως-όπως κάτω από τα πανωφόρια τους. Εκείνη όμως αγαπούσε κάθε φορά που έβρεχε να νιώθει τις σταγόνες να γλιστρούν πάνω της, το βίωνε σα βάπτιση, σα καθαρμό, σα λύτρωση. Περπατούσε ολομόναχη στους ερημωμένους δρόμους κι …