Τα γάντια

Οι μαύρες μπότες του τσαλαβουτούν στα λασπόνερα, αρχίζει να επιταχύνει και ξαφνικά το ένα πόδι του βυθίζεται στη λάσπη. Βάζει όλη του τη δύναμη για να το βγάλει αλλά δεν τα καταφέρνει. Με μια κραυγή που γέμισε αντίλαλους το δάσος, σκίζει το πάνω μέρος της μπότας και τραβάει το πόδι του. Πετάει και την άλλη μπότα σε έναν βάλτο και συνεχίζει. Περνάει μισή ώρα, περνάνε τρία τέταρτα, περνάνε δυο ώρες. Συνεχίζει να περπατάει ξυπόλητος. Σταματάει. …