To-tixero-karavi

Το τυχερό καράβι

Σε κάποιο λιμάνι της Ανατολής βρισκόταν ένα καράβι που ήταν φτιαγμένο για να μην ταξιδέψει ποτέ. Είχε βέβαια φτιαχτεί με τις ίδιες προδιαγραφές όπως και τα υπόλοιπα καράβια, μα μονάχα χάρη αληθοφάνειας καθώς δημιουργήθηκε αποκλειστικά για να στολίζει την κεντρική πλατεία του λιμανιού τη γεμάτη εστιατόρια και καταστήματα, αν και λίγα μέτρα αντικριστά απ’ το καρνάγιο. Έβλεπε τα άλλα καράβια να ρίχνονται στη θάλασσα και τους φώναζε «Είστε τόσο άτυχα! Έχω ακουστά από ιστορίες των ναυτικών πως παραμονεύουν πολλοί κίνδυνοι στα ανοιχτά. Τι κρίμα να μην μένετε σαν κι εμένα εδώ, στην ευτυχία και στην ασφάλεια του λιμανιού». Τα άλλα καράβια που ετοιμάζονταν να σαλπάρουν το άκουγαν λυπημένα καθώς ρίχνονταν στο νερό κι έβλεπαν τους κάβους τους να λύνονται και τα αμπάρια να γεμίζουν. Σε λίγο θα κινούσαν προς άγνωστους προορισμούς.

Τα έβλεπε να απομακρύνονται προς τον απλωμένο ωκεανό συλλογιζόμενο τις κακουχίες που τα περίμεναν στις άγνωστες θάλασσες που κατευθύνονταν, ανακουφισμένο παράλληλα που εκείνο ποτέ δεν θα έμπαινε σε μια τέτοια ταλαιπωρία. «Εμένα εδώ με καμαρώνουν οι επισκέπτες, με φωτογραφίζουν κρατώντας την εικόνα μου στους τόπους τους κι εσείς θαλασσοδέρνεστε στις άγριες θάλασσες με κίνδυνο κάθε στιγμή να γίνετε ναυάγια στον παγωμένο βυθό. Ποσό άδικο να βασανίζετε έτσι δίχως να φταίτε σε τίποτα!»

Και τα δρομολόγια συνεχίζονταν καθημερινά με τα πλεούμενα να έρχονται και να φεύγουν, για τις ακτές της Ευρώπης, για τα λιμάνια της Ιαπωνίας, για τις πέντε γωνιές του κόσμου. Και σαν επέστρεφαν στην αφετηρία τους, δεμένα το ενα δίπλα στο άλλο, διηγούνταν όσα είδαν κι έζησαν στις μακρινές εκείνες θάλασσες, τις περιπέτειες που συνάντησαν στα παράξενα μέρη με τα θερμά, με τα ψυχρά κλίματα. Για τις θάλασσες που τα περίμεναν άλλοτε γαλήνιες σαν γαλάζια χαλιά και άλλοτε αγριεμένες με κύματα που έφταναν ίσαμε το μπόι τους στο ύψος. Για τους ναυτικούς που φιλοξενούσαν στη ράχη τους, αφηγητές των παράξενων ιστοριών που έμοιαζαν βγαλμένες από παραμύθι, γεμάτες ζωηρές λεπτομέρειες. Κάθε ένας τους και μια ζωντανή περιπέτεια που περιλάμβανε περιπλανήσεις, απογοητεύσεις, κυνηγητά στα λιμάνια, πολλές φορές και φόνους. Φυγάδες της στεριάς, εξόριστοι και απόβλητοι του κόσμου κουβαλούσαν απάνω τους ολάκερη τη ζωή τους, στα κορμιά τους χαραγμένες οι αμαρτίες σαν τατουάζ μαζί με τις γυναίκες που αγάπησαν.

Κι ύστερα ήταν κι οι γλάροι που συνόδευαν τα ταξίδια τους και ξεκουράζονταν στα κατάρτια τους. Κάποτε τόσοι πολλοί που σαν κάθονταν κατά μήκος της πλώρης έμοιαζαν σα να ήθελαν να σηκώσουν τα καράβια μαζί τους στα σύννεφα. Με τα κύματα να σπρώχνουνε ολοένα σαν ευγενικοί σύντροφοι που οδηγούσαν τα πλεούμενα από την μέγγενη του λιμανιού στην απεραντοσύνη των ωκεανών. Αυτή τη φυγή από το στενό στο πλατύ, όμοια με απελευθέρωση ήταν μια στιγμή λυτρωτική για κάθε πλεούμενο, που έφευγε από το ασφαλές προς το άγνωστο, ανοιγόμενο ουσιαστικά προς την αβέβαια μοίρα του. Μα κι όταν επέστρεφε, δεν ήταν ποτέ πια το ίδιο και δεν ήταν μόνο τα σημάδια στο σκαρί του που υποδήλωναν την ενηλικίωση του μα και οι εικόνες που κρατούσε από τα μακρινά και μυστηριώδη μέρη του κόσμου που επισκεπτόταν.

Και τα χρόνια περνούσαν. Τα άλλοτε καινούργια πλοία είχαν διαγράψει πια ατελείωτα μίλια πάνω στη ράχη των κυμάτων. Πολλά από αυτά αποσύρονταν και τη θέση τους έπαιρναν άλλα νεότερα. Μόνο το σκάφος εκείνο, το διακοσμητικό της πλατείας του λιμανιού έμενε αναλλοίωτο μέσα στη στασιμότητα του, πάντοτε βέβαιο πως παρέμενε το πιο ευνοημένο σκαρί απ´ όλα, κλεισμένο στην προνομιούχα αγκαλιά του λιμανιού. Συνεχίζοντας να αφηγείται στα νεότερα σκάφη τους κινδύνους που παραμόνευαν στις μακρινές κι άγνωστες σ´ εκείνο διαδρομές.

Του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας