Ελευθερία

Δεν μπορούσε να βρει τον εαυτό της παρά μονάχα στη θάλασσα. Στα κύματα που απομακρύνονταν έβλεπε τα χρόνια της να γλιστρούν αθόρυβα, παρασυρμένα από κάθε λογής ανέμους. Τα κοίταζε να χάνονται στον ορίζοντα δίχως θλίψη για τη φυγή τους. Μονάχα τα άφηνε να φεύγουν ολοένα σαν να τα καλούσε μια μακρινή φωνή από πέρα. Συλλογιζόταν συχνά και τα κύματα των άλλων που όμοια κινούνταν το ένα μετά το άλλο, προς την άβυσσο του ωκεανού και φανταζόταν πως εκεί καταλήγουν όλα, σε μια μακρινή κι απέραντη υδάτινη έκταση που έσβηνε μέσα της τη φωτιά κάθε ψυχής.

Στη στεριά έβλεπε όλο και περισσότερο να απλώνονται ναρκοπέδια συμβιβασμών, παγίδες υποχρεώσεων. Τα χέρια των άλλων γίνονταν δεσμά που φυλάκιζαν τις ημέρες της σε μια άσκοπη επανάληψη. Σαν δεν άντεχε άλλο πήγαινε στο λιμάνι, σ’ ένα σημείο απόμερο, στραμμένο στ’ ανοιχτά. Όταν έβλεπε την υδάτινη έκταση να λαμπυρίζει και με την κίνηση της να την προσκαλεί, ένιωθε πως με μια βουτιά θα έσπαγε τα σύνορα του μικρού της κόσμου, γινόμενη ένα με την απεραντοσύνη. Πάντα μέσα στο νερό γυμνωνόταν απόλυτα, επέστρεφε σ’ εκείνη την κατάσταση μεταξύ ζωής κι ανυπαρξίας, ένας ομφάλιος λώρος ξαναδημιουργούνταν που την επέστρεφε νοητά σε μια μορφή εμβρυακή.

Πήρε φόρα, έκανε δύο βήματα, βούτηξε. Αφέθηκε ολοκληρωτικά στην αγκαλιά του υδάτινου στοιχείου που την τραβούσε επίμονα προς τα κάτω. Κι όσο βυθιζόταν, όσο απομακρυνόταν απ’ τον εξωτερικό θόρυβο, τόσο άκουγε καλύτερα τον εαυτό της, την εσωτερική της φωνή που είχε σιγάσει ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων. Ένιωσε τις αισθήσεις της να απελευθερώνονται ταυτιζόμενη με τα πλάσματα του βυθού στην απόλυτη σιωπή, το σώμα της έχανε τα δεσμά του βάρους, γλιστρούσε ανάμεσα σε φύκια και ψάρια διατρέχοντας με άλματα τις εκτάσεις που ανοίγονταν μπροστά της ώσπου διέκρινε στο βάθος μια φωτεινή κουκκίδα να φεγγοβολεί σαν βυθισμένο αστέρι. Ξεκίνησε να κολυμπάει προς το μέρος της μικρής αυτής λάμψης που αναβόσβηνε όλο και πιο γρήγορα. Ξαφνικά διάφορες εικόνες πλημμύρισαν τη σκέψη της, πρόσωπα και καταστάσεις μισοσβησμένες στη μνήμη της επανέρχονταν ολοζώντανες, γεμάτες χρώματα, γεμάτες ήχους. Το παιδικό της δωμάτιο με τους ζωγραφισμένους τοίχους, τα φώτα που αναβόσβηναν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, το χαμόγελο του πατέρα της σαν την σήκωνε στον αέρα, το δρόμο που έβγαζε στο πάρκο που καθόταν με τις ώρες και διάβαζε… Πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα θαμμένα ξυπνούσαν το ένα μετά το άλλο μέσα από λήθαργο χρόνων. Αν και βρισκόταν μέσα στο παγωμένο νερό ένιωσε ζεστασιά, σα να είχε μεταφερθεί ξαφνικά στη χώρα της προσωπικής μυθολογίας εκεί που όλα έμοιαζαν ολοκληρωμένα. Για πρώτη φορά ένιωσε να κατακλύζεται με μια δίχως όρων αγάπη για τα πάντα.

Συνέχιζε πάντα να κολυμπά με την κουκκίδα ολοένα να μεγαλώνει, λουσμένη σ’ ένα φως εκτυφλωτικό. Υπνωτισμένη κινούνταν όλο και πιο γρήγορα προς το μέρος της, σα καλεσμένη απ’ το τραγούδι μιας αόρατης σειρήνας, ώσπου το φωτεινό εκείνο σημείο έγινε μια μεγάλη στρογγυλή επιφάνεια σα διάφανη πύλη στην οποία γλίστρησε κι εξαφανίστηκε.

 

Μοιραστειτε το:
    1. Ο/Η Άρης λέει:

      Υπέροχος ήχος στη μακροδομή και μικροδομή σου: στις προτάσεις, στις παραγράφους σου. Είναι σχεδόν γραμμένο σαν ποίημα. Υπέροχη προσωδία και ρυθμός στην ανάγνωσή του: σαν το ήρεμο κυματάκι του λιμανιού που φωτογραφίζεις. Με πήγε εκεί. Αυτό είναι το χάρισμά του: η ενότητα ήχου και λόγου που σε βάζει εντός του αναγνώσματος, που καθιστά την ανάγνωση όχι συμμετοχή αλλά τρισδιάστατο βίωμα.
      Συγνώμη αν ακούγομαι ακαδημαϊκός αλλά αυτές ακριβώς οι λέξεις μου ‘ρθανε.

      Πολλά συγχαρητήρια και ένα ευχαριστώ για το ταξίδι.

    Αφήστε μια σκέψη σας