Τα τρία τσιγάρα

Κάθομαι σε μία ροδακινί υφασμάτινη πολυθρόνα. Κοίταω έξω μελαγχολικά και βουρκώνω. Το απόγευμα πάντα με έκανε να νιώθω θλιμμένη. Είναι η ώρα που η ημέρα πάει για ύπνο και το σκοτάδι μόλις σηκώνεται και φέρνει τα δικά του πλάσματα πίσω. Έχω μπροστά μου ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι ήδη ανοιγμένο και έχουν μείνει μόνο τρία. Πάντα έλεγα πως θα το κόψω, αλλά ήρθε η ώρα να παραδέχθω για πρώτη φορά στη ζωή μου, πως το γουστάρω το κάπνισμα.

Ναί, είναι ανθυγιεινό. Με γερνάει, με κάνει να έχω βραχνή φωνή και σίγουρα θα πάθω καρκίνο κάποια στιγμή. Η ειρωνεία είναι πως τελικά τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει. Για την ακρίβεια, δεν θα προλάβει να γίνει. Ο λόγος είναι πως η επαφή με τους ανθρώπους σκοτώνει περισσότερο από ένα τσιγάρο ή ένα μπουκάλι ουισκι.

Ακουμπάω το πρώτο τσιγάρο στα χείλη μου και με τον αναπτήρα που μου είχε κάνει το αγόρι μου δώρο το ανάβω. Οι σκέψεις ξεκινάνε να εμφανίζονται μέσα από τον καπνό. Τι έκανα λάθος; Γιατί οι άνθρωποι με αγαπόυσανε και μετά με άφηναν; Γιατί όλα είναι δύσκολα; Γιατί ποτέ δεν είχα όλα όσα ήθελα την ίδια χρονική περίοδο; Γιατί όλο κάτι υπήρχε για να τα καταστρέψει;

Ο χρόνος του πρώτου τσιγάρου είχε αρχίσει. Στον καπνό βλέπω μια φιγούρα κοριτσίστικη. Όνειρα αθώα και όμορφα φιλόδοξα. Βλέπω ένα ημερολόγιο με κίτρινες σελίδες και το άρωμα των φύλλων μυρίζει απίστευτα. Το μελάνι είναι φρέσκο και έχει μείνει στο πλάι της παλάμης μου. Ξαφνικά, όλα σκοτεινιάζουν και παντού υπάρχει μια πειθαρχία για το καλό μου. Ή καλύτερα για το καλό που οι άλλοι ήθελαν για μενα. Εγώ θέλω να μείνω στο όμορφο ημερολογιό μου χωρίς να πειράξω κανέναν,μόνο αυτό θέλω, αλλά οι άλλοι θυμώνουν. Τι τους έκανα για να θυμώνουν; Τι τους έκανα για να με σχολιάζουν αρνητικά επειδή ήμουν ευτυχισμένη σε κάτι που έκεινοι δεν ήθελα για μενα; Ποιοι είναι αυτοί που ορίζουν πως είμαι λάθος;

Η μορφή του κοριτσιού αγριεύει, θυμώνει και ξαφνικά η πορσελάνινη ομορφιά σπάει. Οι ρυτίδες έκφρασεις γίνονται βαθιές-σχεδόν άσχημες- ενώ οι άλλοι το επικροτούν. Πως μπορείς να επικροτείς ένα τέρας;  Το κορίτσι αρχίζει να φωνάζει,χωρίς ήχο και οι άλλοι το χειροκροτούν. Το κορίτσι βουρκώνει και οι άλλοι το χαρακτηρίζουν όμορφο.

Η γεύση της νικοτίνης πλέον είναι διάχυτη στο στόμα μου και η μυρωδιά παύει να είναι ευχάριστή. Εγώ όμως συνεχίζω να το καπνίζω χωρίς να ξέρω το γιατί. Το κορίτσι σταματάει την προσπάθεια του. Σταματάει να φωνάζει και οι ρυτίδες σβήνουν. Το πρόσωπο του είναι χλωμό και σχεδόν άτονο. Πλέον θυμίζει την μάζα, χιλιάδες παιδιά εμφανίζονται πίσω από αυτό που έχουν ακριβώς το ίδιο πρόσωπο. Τώρα είναι ένα με αυτά. Τώρα είναι αγαπητό για τους άλλους, αλλά εμένα δεν μου αρέσει. Φαινομενικά δεν έχει κάτι άσχημο, αλλά ούτε και κάτι όμορφο. Απλά είναι κάτι ουδέτερο. Αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο. Είναι ουδέτερο! Είναι ένα ακόμη κορίτσι με μπούκλες και καστανά μάτια. Μια φιγούρα στοργική και γυναικεία το αγκαλιάζει. Εκείνο ανταποδίδει την αγκαλιά, πέφτοντας στα γόνατα της γυναίκας και ένα δάκρυ πέφτει στο φόρεμα της, ενώ εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά.

Το κορίτσι κλείνει τα μάτια και πέφτει σε έναν βαθύ ύπνο.Υπάρχει μία γαλήνη στην ατμόσφαιρα. Η γυναίκα και το κορίτσι αρχίζουν να ξεθωριάζουν,τόσο που πλέον είναι μόνο γραμμές. Πατάω την γόπα στο τασάκι μέχρι να σβήσει τελείως. Όλα έξω μοιάζουν το ίδιο μελαγχολικά. Πίνω μία γουλιά κόκκινο κρασί για φύγει η κακιά γεύση του τσιγάρου από το στόμα μου. Σηκώνομαι και παίρνω ένα χάπι από ένα πλαστικό κουτί. Όλα θα είναι πιο όμορφα, πιο γαλήνεια πλέον. Είναι ζήτημα χρόνου.

Το ρολόι του τοίχου δείχνει 18.30. Θεέ μου, γιατί αργεί τόσο πολύ το ξημέρωμα. Δεν θέλω το σκοτάδι να μπει στο σπίτι μου, γιατί ξέρω πως θα λειτουργήσει άσχημα για την ψυχολογία μου.

Κοιτάω το κινητό μου και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Στο σπίτι υπάρχει νεκρική σιωπή. Ξανακάθομαι στην πολυθρόνα μου και παίρνω το δεύτερο τσιγάρο που υπάρχει στο κουτί.

Το ανάβω χωρίς ενοχές. Επιτέλους δεν θέλω να έχω ενοχές για τίποτα. Ο καπνός κάνει πάλι την εμφάνιση του. Αυτή τη φορά το κορίτσι έχει γίνει μια όμορφη κοπέλα. Περιποιημένη με χτενισμένα μαλλιά. Σαρκώδη χείλη που μόνο να τα φιλήσεις θέλεις και ένα πλούσιο στήθος. Μια αντρική φιγούρα του κλείνει τα μάτια. Εκείνη γελάει και απλώνει τα χέρια της για να δει ποιος είναι. Φυσικά και ξέρει, απλά δεν το λέει με την πρώτη. Πάντα της άρεσε να τον αφήνει να πιστεύει

πως την εντυπωσιάζει. Εκείνη γυρνάει και τον φιλάει. Εκείνος ανταποδίδει το φιλί και και την σφίγγει στην αγκαλιά του. Τόσο που η γυναικεία φιγούρα κοντεύει να διαλυθεί. Το χρώμα του καπνού είναι κάπως ροζ. Κάνουν έρωτα και τα κορμιά είναι πλέον ένα. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι ανήκει σε ποιον. Το μόνο που ακούς είναι δύο καρδιές να χτυπάνε ρυθμικά. Σαν δύο ρολόγια τέλεια συγχρονισμένα. Ξαφνικά, χωρίζονται και όλα είναι γιορτινά. Πιάνονται χέρι χέρι και κουρνιάζει το ένα κορμί μέσα στο άλλο. Λίγο αργότερα, αρχίζουν να μιλάνε. Διάφορα σύννεφα με όνειρα ξεπηδάνε από το κεφάλι τους. Όμορφα πράγματα γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Γελάνε, μιλάνε,αγκαλιάζονται. Είναι τόσο ωραία. Μακάρι, η εικόνα αυτή να πάγωνε, πριν έρθει το μαύρο σύννεφο.

Οι φιγούρες σκοτεινιάζουν απότομα. Γυρνάνε τις πλάτες τους και τα όνειρα εξαφανίζονται. Εκείνοι πλέον δεν θέλουν να κοιτάζονται. Οι φιγούρες φαίνονται ξεκάθαρα και είναι σκόρπιες. Μιλάει ο ένας στον άλλον, αλλά κανένας δεν μπορεί να συνδέσει τα λόγια του με τον άλλον. Οι φωνές τους είναι πιο δυνατές και ανάλογα με τον τόνο της φωνής, η μία φιγούρα σβήνει την άλλη. Ξαφνικά και οι δύο είναι νωθρές. Πότε επικρατεί η μία και πότε η άλλη. Ξαφνικά, σιωπή! Εξαφανίζονται και ένα μαύρο σύννεφο υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Το μόνο που ακούω είναι ληγμοί. Το χτύπημα μιας πόρτας και ένας αναστεναγμός. Το τσιγάρο έφτασε στο τέλος του. Το σβήνω και αυτό.

Σηκώνομαι μουδιασμένη και παίρνω και τα υπόλοιπα χάπια. Γυρνάω στη θέση μου και πίνω όλο το ποτήρι με το κρασί. Η γευση των ηρεμιστικών με το κρασί είναι περίεργη. Πικρή και ξινή. Ληγώνομαι και σάλια γεμίζουν το στόμα μου. Παίρνω μία χαρτοπετσέτα και σκουπίζω το στόμα μου. Κοιτάω έξω από το παράθυρο. Το σκοτάδι έχει καταλάβει τα πάντα. Το κίτρινο φως των δρόμων  το κάνει να φαίνεται ακόμα πιο άσχημο. Θέλω να δω θάλασσα, αλλά πλέον είναι αργά. Δεν πειράζει, η θάλασσα είναι στα γονίδια μου. Δεν με φοβίζει τίποτα.

Κλείνω τα μάτια μου και την ακούω. Την βλέπω όπως θέλω εγώ να είναι και δείχνει τόσο όμορφη…Παίρνω και το τελευταίο τσιγάρο. Άλλωστε, πόσο χρόνο έχω; Τουλάχιστον να το απολαύσω. Το βάζω στο στόμα μου και το ανάβω. Η καύτρα μου φαίνεται πιο έντονη αυτή τη φορά.Έχει ένα πυρόξανθο χρώμα και ο καπνός έχει ένα ωραίο μωβ χρώμα. Στο βάθος σχηματίζεται η γυναικεία φιγούρα που έβλεπα πριν. Είναι χαρούμενη και χαμογελαστή. Η ευτυχία στάζει από τα μάτια και εκείνη κρατάει ένα πτυχίο. Το μέλλον φαίνεται μπροστά και το χειροκρότημα είναι τόσο δυνατό. Όσο πιο πολύ δυναμώνει, τόσο πιο πολύ το χαμογελό της απλώνεται. Το πτυχίο μεταμορφώνεται βραβείο και ο χειτόνας του πανεπιστημίου γίνεται ένα λαμπερό φόρεμα. Όλα λάμπουν, όλα είναι γιορτινά. Το χειροκρότημα είναι ακόμα πιο δυνατό και η καρδιά της κοπέλας ακούγεται τόσο έντονα. Δεν αργεί όμως η ώρα που το χειροκρότημα σταματά αυτόματα και το λαμπερό χαμόγελο συνοδεύεται από μία απογοητευμένη και απορημένη έκφραση. Το φόρεμα της καίγεται και το βραβείο γίνεται κομμάτια από γυαλιά και σπάει μπροστά στα πόδια της.

Ένα γιουχάρισμα επικρατεί στον χώρο και εκείνη πάει νευρικά αριστερά δεξιά προσπαθώντας να βρει χώρο να φύγει. Δεν μπορεί και αρχίζει να κλαίει και να ικετεύει τον κόσμο να της δείξει τον δρόμο. Εκείνοι ξέρουν μόνο να αποδοκιμάζουν.Εκείνη απελπίζεται και κοιτάει προς τα επάνω. Ένα νεφέλωμα την αγκαλιάζει και την μεταφέρει σε ένα δωμάτιο γκρίζο. Νιώθει μόνη αλλά ασφαλής. Προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, αλλά μόνο φωτογραφίες από στιγμές της ζωής της υπάρχουν στα πόδια της. Κάθε φωτογραφία έχει από ένα δάκρυ. Τα χέρια της είναι ματωμένα και τα πόδια της με πληγές. Τα μάτια κόκκινα από το κλάμα και η καρδιά της ίσα που ακούγεται. Ψάχνει απεγνωσμένα λύτρωση ή κάποιον να της δείξει το φως. Κανένας δεν είναι κοντά. Ούτε μια μικρή φιγούρα. Κάνει σβούρες γύρω από τον εαυτό της και ψιθυρίζει σκέψεις. Δακρύζει και τα δάκρυα γίνονται γυαλιά. Που και που γελάει μόνη της και τραβάει τα μαλλιά της νευρικά. Τρίχες πέφτουν από το κεφάλι της και γίνονται ένα μετά γυαλιά που υπάρχουν στο πάτωμα. Μια φλόγα πέφτει απάνω της και την καίει. Της καίει όλο το κορμί, εκείνη γελάει. Είναι χαρούμενη που τελειώνει ο χρόνος της στην γη και εύχεται να ξαναγεννηθεί σε ένα καλύτερο περιβάλλον.

Η γόπα έχει πέσει από τα δαχτυλά μου και εγώ νιώθω ζαλισμένη.Όπως πάω να πιάσω το τηλέφωνο που βρίσκεται δίπλα μου, ρίχνω το μπουκάλι με το κρασί.Πέφτω στο χέρι της πολυθρόνας και πλέον το σώμα μου δεν ανταποκρίνεται στην εντολή που δίνει ο εγκέφαλος. Μυρίζω κάτι καμμένο στην ατμόσφαιρα. Σύντομα,βλέπω την φλόγα στην άκρη της πολύθρόνας και όλα παίρνουν φωτιά. Η ορασή μου θολώνει και όλα πλέον έχουν γίνει μία μάζα από χρώματα. Η ζεστασιά και οι αναθυμιάσεις σύντομα με ρίχνουν σε λήθαργο. Η γαλήνη είναι το αίσθημα που με κατακλύζει. Ό,τι μελαγχολία και ότι δάκρυα είχα έφυγαν. Νιώθω όμορφα, βλέπω ένα λευκό φως και όλα μοιάζουν μαγικά. Ποιος είπε πως ο θάνατος είναι ένα κακό τέλος σε μία ιστορία;

Της Ελένης Καραγιάννη

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    Αφήστε μια σκέψη σας