Οπτασία

Μου είχε πει πως μπορεί να διασχίζει το νερό. Δεν μπορούσα να την πιστέψω. Της είπά πως μόνο ένας θεός μπορεί να το κάνει αυτο. Μου χαμογέλασε και μου έδειξε ένα σημείο μακριά που βρισκόταν ένα μικρό νησί ολομόναχο στο βάθος του ορίζοντα. Μέχρι εκεί έφτασα λέει κι έδειχνε με το δάχτυλο. Δεν σε πιστεύω της είπα κι έκατσα στην άμμο. Την είδα ν’ απομακρύνεται βαδίζοντας πάνω στα βότσαλα στο σημείο που έσκαγε ο αφρός, μέχρι που πάτησε πάνω σ’ ένα κυματάκι τόσο δα, σα ν’ ανέβαινε ένα σκαλί ήταν κι έπειτα με βήμα ζυγισμένο σαν του ακροβάτη αρχισε να προχωρά πάνω στην πλάτη των κυμάτων σαν ένα πλάσμα χωρίς βάρος, σαν ένα πουπουλο που γλιστρούσε ανεπαίσθητο στην επιφάνεια του νερού.

Κι ήταν τότε περισσότερο απο ποτέ που επιθυμούσα να έχω φτερά για να την φτάσω, να της δείξω και τις δικές μου δυνάμεις. Μα δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους ισως και πολυ πιο αδύναμος, που μόνο στις φαντασιώσεις μου αποκτούσα δυνάμεις υπεράνθρωπες, ικανές να μ’ οδηγήσουν σε κάθε μέρος του κόσμου, δίνοντας μου θάρρος να κάνω οτιδήποτε. Ομως σαν επέστρεφα πίσω στον πραγματικό κόσμο δεν ήμουν παρά ένα ανίσχυρο παιδί γεμάτο φόβους, ανίκανο να αντιμετωπίσω ακόμα και τον παραμικρό κίνδυνο που θα εμφανιζόταν στο δρόμο μου. Μα σαν διεφευγα στον κόσμο των ονείρων, γινόμουν ένα πλάσμα δίχως όρια που μπορούσε να πραγματοποιήσει ακομα και τα πιο εξωφρενικά σενάρια δίχως τον παραμικρό δισταγμό.  Κι ο αγώνας της ζωής μου ήταν να γεφυρώσω αυτούς τους δύο κόσμους ώστε να μπώ στην επικράτεια της φαντασίας, να σηκωθώ ψηλότερα απ’ το σημείο εκείνο της ανίσχυρης μου φύσης μέσα σε μια έκρηξη δύναμης κι ενέργειας.

Εφταναν φορές οπως αυτη που δεν ξεχώριζα τα σύνορα των δυο αυτων κόσμων. Κι ηταν οτι έβλεπα κάτι αναμεσα σε ταινία που έπαιζαν τα μάτια μου και στην πραγματικότητα που ζούσα. Κι αν την έβλεπα ν’ απομακρύνεται βαδίζοντας στη θάλασσα δεν μπορούσα να γνωρίζω στα σίγουρα αν ονειρευόμουν οποτε και μπορούσα να την ακολουθήσω εμπιστευόμενος την ασφάλεια ενός πλασματικού κόσμου ή με το πρώτο βήμα για κατέληγα στον παγωμένο βυθό, έρμαιο των πλασμάτων που επιβίωναν σ’ αυτο τη ζούγκλα της σιωπής.

Έτσι έμενα πάντοτε ακίνητος, δέσμιος των δισταγμών μου, ένας πελαργός κυριευμένος απο ιλιγγο για τον ουρανό, ένας ταξιδιώτης που φοβάται να προχωρήσει, ένας ηθοποιός που τρέμει το βλέμμα του κοινού. Ήταν συχνές οι φορές που τα πόδια μου γίνονταν ρίζες που βυθίζονταν ολο και περισσότερο στο έδαφος, τα χέρια μου υψωνονταν σα μοναχά κλαδιά ικετεύοντας τα σύννεφα, το σώμα μου ολόκληρο μεταμορφωνόταν σε κορμό που ψήλωνε κάτω απ’ το μεσημέρι.

Κι εκείνη απομακρυνόταν, μια κουκίδα που αλαργευε και μίκραινε, λευκό αστέρι που βουτούσε στην άκρη του πελάγους. Άραγε θα επέστρεφε ποτέ να με πάρει μαζί της; Η τουλάχιστον να μου έδειχνε ένα δρόμο που θα μπορούσα κι εγω να βαδίσω, να ξεφύγω απ’ αυτο το στάσιμο σημείο πρός μια άλλη πραγματικότητα όπου θα βρισκόμουν καινούργιος κι άφθαρτος απέναντι στο αίνιγμα της ζωής; Συλλογιζόμουν ποσό άδικος ο περιορισμός σε ένα σώμα, η παραμονή σ´ ένα μονάχα τόπο, η συνάντηση με τους ίδιους πάντα ανθρώπους, ενώ το μυστήριο του κόσμου απλώνεται απέραντο σαν τους ηπείρους, σαν τις θάλασσες περιμένοντας να ανακαλυφθεί.

Εκεινη είχε πια χαθεί απ’ τα όρια του βλέμματος. Η θάλασσα είχε γίνει η γέφυρα που την οδηγούσε σε άλλες ακτές. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως μια μέρα θα πήγαινα να την βρω. Σηκώθηκα και τράβηξα για το δρόμο που έβγαζε στο διαμέρισμα μου βαδίζοντας αντίκρυ από έναν ήλιο που χαμηλωνε ολοένα.

Του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας