ουρανος shortstory.gr

Ουρανός

Έβαλα το κεφάλι μου στο στέρνο του. Φοβόμουν  λίγο την αριστερή μεριά. Δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να πλησιάσω τόσο κοντά στη καρδιά του. Κι αν παίζει άλλο ρυθμό; Μήπως αν πλησιάσω σταματήσει;  Ακούμπησα με ασφάλεια δεξιά. Έκλεισα τα μάτια, Θεέ μου ησυχία, σιγουριά. Τρία λεπτά, πέντε ίσως. Κανείς δε θα ζητάει τίποτα από μένα, δίνω αβίαστα χωρίς να προσπαθώ, καταλαβαίνω ότι το βάρος μου επάνω του είναι καλοδεχούμενο, βάλσαμο ψυχής γι’ αυτόν να γίνεται λιμάνι για μένα, και μου έχει λείψει τόσο να δίνω αβίαστα και να παίρνω χωρίς όρους.

Κυνηγός, κυνηγός, κυνηγός. Σε κίνηση, μη σταματάς, θα γίνεις βαρετός, πες κάτι, μίλα, βρες ένα αστείο, περιέγραψε κάτι σπάνιο, μη σταματάς, μόνο μη σταματάς, ζογκλέρ είσαι, όλα κάτω θα πέσουν αν σταματήσεις, από σένα όλα κρέμονται… Μα τι κάνει; Ξαπλώνει επάνω μου, και κλείνει τα μάτια. Χριστέ μου πόσο ήρεμο είναι το πρόσωπό της! Σωπαίνω να ακούσω την ανάσα. Ρυθμική, χαλαρή. Συντονίζομαι στην ανάσα της. Αυτό ήθελε. Αυτό ήθελα.

Πέρασε ο χρόνος. Δε θέλω να σηκωθώ, θέλω να με πάρει ο ύπνος εδώ. Τι όνειρα να βλέπει κανείς σε αυτό το στέρνο επάνω άραγε; Ξένοιαστα; Ανάλαφρα; Τρομακτικά ίσως; Απελπισμένα ίσως; Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα μαμά, άσε με, κρυώνω και είναι ωραία εδώ. Ζεστά αν και άγνωστα. Αρέσω εδώ, μαμά, ανθίζω εδώ, δίνω ζωή εδώ μαμά.

Φεύγει, γυρίζει, ξαναφεύγει, ξαναγυρίζει, άλλαξαν πάλι τα μάτια της. Όταν μπήκε μου φάνηκαν λίγο απόμακρα, μα ήταν απλά αμήχανα, σαν το είναι μου που σάστισε μπρος σε αυτό που πήρε σα μικρό – μικρό παιδί που βλέπει το μεγαλύτερο Χριστουγεννιάτικο δώρο τυλιγμένο να έρχεται στο μέρος του. Έτσι κι εγώ, όλη την ώρα το κράτησα, το γύρισα από εδώ από εκεί, το άκουσα, το μύρισα, το γεύτηκα, το άγγιξα, μα δε το άνοιξα. Σπίθα είναι, το ξέρω, σε βρεγμένα χόρτα, δυνατή σπίθα, μα και το χώμα νοτισμένο από δάκρυα βροχή, πως θα πάρει φωτιά, και φοβάμαι πως μόλις το ανοίξω θα σβήσει η σπίθα, θα χαθεί, θα μείνω στο κρύο. Αναπόδραστα, φεύγει.

Περπατώ, κοιτάω ψηλά τ’  αστέρια δήθεν μα γελώ. Είμαι βιαστική και αγχωμένη, αλλά προλαβαίνω να σταματήσω το χρόνο για λίγο, να ρίξω μια ματιά στ’ αέρινο λιμάνι. Λιμάνι φάντασμα; Μπορεί. Ο χρόνος ξαναρχίζει να κυλά, είναι αργά, ν’ ανοίξω βήμα πρέπει. Βγαίνω στ’ ανοιχτά, φτάνω. Καταιγίδα. Χαλασμός. Τρομάζω και θυμώνω, βροντάω τη πόρτα πίσω μου ο θόρυβος της να σκεπάσει τους κεραυνούς που πέφτουν μέσα μου.

Φουρτούνας απόηχος, τη βλέπω, καρυδότσουφλο μοιάζει, ανοίγω πανιά, ορμάω, πλησιάζω έτοιμος να σταθώ στο πλάι της. Το καρυδότσουφλο μεγαλώνει καθώς πλησιάζω, κάθε εκατοστό που καλύπτω αυτό μεγαλώνει κυβικά μέτρα ολόκληρα. Φτάνω. Φρεγάτα το καρυδότσουφλο. Βροντάει κανονιά. «Φύγε», ακούω. «Εδώ δεν είσαι μαχητής, να πας να δώσεις τη δική σου μάχη. Φύγε. Φύγε τώρα!».  Ησυχία. Απουσία. Πανιά κουρέλια. Βγάζω κουπιά, απομακρύνομαι, μαυρίζει ο ήλιος. Μαυρίζω κι εγώ.

Ανάσες παίρνω. Μου λείπει το χαμόγελο στον καθρέφτη. Μπόρα ήταν, πέρασε; Ο ουρανός δε φτιάχνει. Λίγο δύναμη να πάρω, λίγο πριγκίπισσα να γίνω, ένα λεπτό μόνο και χίλιες καταιγίδες μετά παλεύω. Νάτος! Συνεπής. Με σκέφτηκε. Λέει πως είμαι στο μυαλό του, μα μήπως είναι αυτός στο δικό μου; Ξεχειλίζω από ζέστη. Μια χαραματιά λιακάδα, έστω και περαστική. Ας την κρατήσω. Ας την ανταποδώσω, ίσως γίνει λίγο πιο στέρεα. Θα το πω.

«Ευχαριστώ που υπάρχεις» διαβάζω. Άνοιγμα ψυχής. Πανιά δυνατά ξανά, να τρέξω πάλι θέλω, μα κρατιέμαι. Συννεφιάζω. Γιατί, γιατί, ΓΙΑΤΙ δε με θέλει εκεί; Ξαναδιαβάζω. «Ευχαριστώ που υπάρχεις». Ανατριχιάζω. Ξανά. «Ευχαριστώ που υπάρχεις». Ξανά και ξανά και ξανά και… ο ουρανός αποκαλύπτεται! Κατάλαβα. Λιμάνι είμαι. Καταφύγιο είμαι. Δύναμη δίνω και δύναμη παίρνω. Λιμάνι ναι!

Του Αλέξη Αθανασιάδη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας