Τολέδο χωρίς καταιγίδα

Ζώντας σε ρυθμούς που η ζωή επιβάλλει στον καθένα, το μόνο που μπορεί κανείς να κάνει είναι να τους ακολουθήσει και στην τελική ευθεία να προσπεράσει. Σε έναν επαναλαμβανόμενο μαραθώνιο η αντοχή δίνει τη νίκη.

Σηκώθηκε νωρίς, όπως κάθε μέρα, κι αφού ήπιε βιαστικά μια κούπα καφέ, έφυγε για τη δουλειά του. Λίγα λεπτά αργότερα κι ενώ οδηγούσε, απέφυγε ένα τρακάρισμα τη στιγμή που άλλαζε λωρίδα σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, γεγονός που τον ξύπνησε σε αντίθεση με τον καφέ που κατανάλωσε προηγουμένως. Η πνευματική και σωματική κούραση συχνά του θόλωνε το μυαλό κι η ανάγκη του για ύπνο και ξεκούραση μεγάλωνε ακόμα περισσότερο, μέρα με τη μέρα. Άπειρες ώρες όρθιος ή καθιστός, ατέλειωτες ώρες στην κίνηση του δρόμου, ένα ραδιόφωνο που σε αιχμαλωτίζει γλυκά με τη μουσική  ή σε γυροφέρνει πάνω από έναν γκρεμό  με το επαναλαμβανόμενο ρου των ειδήσεων. Οικονομία, πολιτική, αθλητικά κι οι διάφοροι εθνοσωτήρες να παρελαύνουν σε κάθε μέσο και είδος επικοινωνίας. Δόξα τω Θεώ που υπάρχει ακόμα ελπίδα.

Ακόμα κι έτσι,  κάθε δειλινό ένα παιδί  στεκόταν στη γωνία του δρόμου και χαιρετούσε τα περαστικά αμάξια.

Εκείνο το βράδυ, μόλις επέστρεψε σπίτι του, δείπνησε μόνος του και μετα βίας έβγαλε τα ρούχα του για να πέσει να κοιμηθεί. Τον εκνεύριζε που δε μπορούσε να θυμηθεί ασήμαντες λεπτομέρειες, μικροπράγματα που χρωματίζουν την καθημερινότητα. Πίστευε ότι αν είχε δυνατότερη μνήμη, θα μπορούσε να ονειρευτεί περισσότερο . Οι εμπειρίες, τα βιώματα στρώνουν το δάπεδο των ονείρων μας, καθορίσουν το σκηνικό της υπερβατικής μας παρουσίας.

Χαλάρωσαν τα βλέφαρά του και μια γνώριμη μυρωδιά του πλημμύρισε το κεφάλι. Δε μπορούσε να την προσδιορίσει ακριβώς. Ήταν αυτή η μυρωδιά που αισθάνεται κανείς την πρώτη μέρα που αρχίζει να απλώνεται το κρύο στην πόλη. Τώρα όμως η εικόνα αυτή δεν υπήρχε μόνο στο μυαλό του, αλλά είχε καταλάβει την κάθε μεριά των ζωτικών του οργάνων και κυκλοφορούσε μαζί με το αίμα του σε όλο του το σώμα μέχρι που σιγά σιγά μετατοπιζόταν προς τα έξω. Πλέον αυτή η αίσθηση είχε γίνει  η πραγματικότητά του για λίγα λεπτά. Ένας μακρύς πλακόστρωτος δρόμος ανοιγόταν μπροστά του. Κάθε λίγα μέτρα υπήρχε ένα αιωρούμενος αδύναμος φωτισμός από τη αριστερή πλευρά του δρόμου , την πηγή του οποίου δεν μπορούσε να προσδιορίσει, κι απέναντί του, στη δεξιά,  ο έτερος με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μισοφωτισμένου, στενού μονοπατιού.Το υλικό των ονείρων είναι η μουσική, η ομίχλη και η πλαστική αποτύπωση  των γκριζογάλαζων σύννεφων. Κόιταξε προς τα πάνω και είδε το φεγγάρι να κρύβεται πίσω από αυτά, να μισοφαίνεται, όπως ένα οικείο πρόσωπο που καλύπτεται  από ένα άσπρο σεντόνι. Διακρίνεις μόνο το περίγραμμά του και τη φωτεινότητα, χωρίς τις λεπτομέρειες. Να που εδώ οι λεπτομέρειες δεν τον ένοιαζαν.  Το τοπίο θύμιζε το ‘‘Τολέδο με καταιγίδα’’, αλλά δεν έβρεχε . Η φύση αλλάζει από μόνη της πρόσωπα. Μέσα σε μια βραδιά, σε μια στιγμή,  το σκηνικό που έχεις στο μυαλό σου γίνεται ένα με αυτό που φαντάστηκε και ζωγράφισε κάποιος τέσσερις αιώνες πριν. Ο χρόνος σιγοψιθυρίζει κάτι στην αιωνιότητα.

Δεν γνώριζε που οδηγούσε ο δρόμος. Ξεκίνησε για να το ανακαλύψει. Περπάτησε για αρκετή ώρα, ώσπου στο τέλος διέκρινε ένα ανηφορικό μονοπάτι. Χωρίς κανένα πια ίχνος φωτισμού, συνέχισε τη διαδρομή του με συντροφιά μια φθινοπωρινή σονάτα. Ευχόταν να μπορούσε να θυμηθεί που την είχε ξανακούσει.

Μόλις το ανέβηκε, αναγνώρισε στο βάθος έναν σταθμό. Αρχιζε να τρέχει. Έπρεπε να προλάβει το τρένο. Ήθελε να φύγει, να γνωρίσει κι άλλα τέτοια παρόμοια τοπία κι άλλους δρόμους που οδηγούσαν κάπου.  Εκείνο άρχισε να αναχωρεί. Δεν το πρόλαβε. Ένα σκούρο καφέ παγκάκι τον περίμενε στη μια άκρη της αποβάθρας. Το επόμενο τρένο θα αργούσε λίγο. Του αρκούσε που ήξερε πως θα έρθει. Κρύωνε και ζεσταινόταν την ίδια στιγμή. Πως γίνεται αυτό σε ένα όνειρο; Ίσως ήταν η αγωνία του. Θα έφευγε. Το τρένο ήρθε, ενώ ο ορίζοντας άλλαζε και μια διαχωριστική γραμμή στο βάθος του έδειχνε πως όλα αλλάζουν.

Ξύπνησε απότομα. Θυμήθηκε πως μετά τη δουλειά θα τη συναντούσε ύστερα από καιρό. Δεν κατάφερε να κοιμηθεί.

Την περίμενε ήδη πέντε λεπτά, πέντες δεκαετίες στο μυαλό του. Στο έκτο λεπτό φάνηκε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να παρατηρήσει το αναψοκοκκίνισμά της ή το διστακτικό της χαμόγελο. Τελικά η αμηχανία της ήταν αυτή που τον έκανε να χαμογελάσει ακόμα πιο βαθιά. Πάντα αυτή η δόση αμηχανίας της ήταν ο μυστικός μηχανισμός που ελευθέρωνε τις κινήσεις του, τόσο αρμονικά, τόσο ατέρμονα.

Του είχε πει μέρες πριν πως θα έρθει, αν καταφέρει να τελειώσει μια δουλειά. Και να που ήρθε τελικά. Κι έφυγαν μαζί. Και το παιδί χαιρετούσε τα περαστικά αμάξια.

Του Μάνου Βακόνδιου

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    Αφήστε μια σκέψη σας