Αυτό που έλειπε

Τον Στέφανο είχα να τον δω σχεδόν ένα χρόνο όμως με το που μου χτύπησε την πόρτα χαιρετιστήκαμε με την εγκαρδιότητα των φίλων που συναντώνται κάθε μέρα. Μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο και κάθισε στην πολυθρόνα που τόσο του άρεσε.

«Σίγουρα θ’ αναρωτιέσαι που χάθηκα τόσο καιρό» μου είπε με το που βολεύτηκε. Στη σιωπή μου συνέχισε με την απάντηση της ερώτησης του. «Λοιπόν αντί να αφήσω τη συνήθεια να μου ροκανίσει τα χρόνια αποφάσισα να γευτώ όλα τα όμορφα που μπορεί να ζήσει κανείς πριν φτάσω στην ηλικία να μετανιώσω για όσα δεν έκανα.»

Μιλούσε με φωνή σταθερή μα αβέβαιη, με μια διάθεση εξομολόγησης παρά την αλαζονεία που πρόδιδαν  τα λόγια του. «Δοκίμασα κάθε παράνομη ουσία που μπορούσα να βρω, κοιμήθηκα με δεκάδες γυναίκες και για μήνες δεν σταμάτησα να ταξιδεύω απο τόπο σε τόπο διασχίζοντας αμέτρητα χιλιόμετρα γυρεύοντας να βρω την πληρότητα που νιώθουν οι ταξιδιώτες σαν περιφέρονται άσκοπα μ’ αυτή την απερίγραπτη αίσθηση ανεμελιάς ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους.»

«Θα πρέπει να ήταν έντονη εμπειρία» τον διέκοψα περισσότερο για να του δείξω πώς τον ακούω. Κούνησε το κεφάλι και συνέχισε:

«Όμως παρ’ όλες αυτές τις παρεκτροπές, όλα όσα δοκίμασα όσο έντονα κι αν ήταν με άφηναν με τη γεύση του ανικανοποίητου στα χείλη σαν κάποιος που τρώει δίχως ποτέ να χορταίνει. Στην αρχή πίστευα πώς όσα ζούσα δεν ήταν αρκετά έντονα και πως με τις εμπειρίες θα βίωνα κι εγώ τη μέθεξη στον κόσμο των ακραίων αισθήσεων που φτάνουν στην πληρότητα. Μάταια όμως, όσα περισσότερα δοκίμαζα, τόσο περισσότερο μειωνόταν ο ενθουσιασμός μού για καθένα απο αυτά. Στο τέλος διαπίστωσα απογοητευμένος πως οδηγήθηκα σε μια κατάσταση ανηδονίας.»

Το βλέμμα του στράφηκε στο ταβάνι και στάθηκε εκεί λίγες στιγμές. Αποφάσισα να σπάσω τη σιωπή.

«Κι έπειτα;»

«Έκτοτε επέστρεψα πίσω, απαρηγόρητος μην θέλοντας να ξαναδώ κανένα ή να επιχειρήσω οτιδήποτε. Χαμένος απο κάθε πίστη γι’ αυτά πού αναζητούσα έχω φτάσει στο σημείο να πιστεύω πως πάντα κάτι θα λείπει»

«Θα λείπει απο που;»

«Απο τις προσδοκίες μου. Είναι που περίμενα απλά κάτι άλλο, κάτι να με συνεπάρει σβήνοντας κάθε μικρότητα που μου πλάκωνε τους καθημερινούς συλλογισμούς. Μια υπέρβαση απ’ την πραγματικότητα πες.»

Δεν περίμενα ποτέ απο Στέφανο να σκέφτεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Στο βαθμό που τον ήξερα είχε μια πολύ ευχάριστη ζωή, με βάση τα όσα έλεγε ο ίδιος τουλάχιστον. Μα και πάλι μου φαινόταν παράξενο που θέλησε να υπερβεί τα τετριμμένα μέσα απο ακρότητες πού στην επανάληψη τους καταντούσαν κι εκείνες μια ρουτίνα.

Γνωρίζοντας τον οξύθυμο χαρακτήρα του προσπάθησα να του πω αυτο που ήθελα δίχως να φανώ διδακτικός:

«Κι αν αυτο το άλλο, αυτο που δεν βρήκες μέσα σε όσα δοκίμασες βρίσκεται τελικά στο αντίθετο τους;»

Γύρισε και με κοίταξε παράξενα. Αναρωτήθηκα μήπως δεν κατάλαβε τι είπα, μήπως παρεξήγησε για ακόμη μια φορά τα λόγια μου.  Μου φάνηκε σαν να ενοχλήθηκε, σα να χτύπησα κάποια ευαίσθητη φλέβα. Δεν απάντησε. Θα πέρασε ατέλειωτο διάστημα σιωπής ανάμεσα μας σα να πάγωσε ο χρόνος. Κάποια στιγμή έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο  και χαμήλωσε το κεφάλι. Ξεφύσησε γεμάτος απόγνωση και μου απάντησε:

«Ήταν κάτι που φοβόμουν ακόμη κι ο ίδιος να παραδεχτώ. Ακόμα κι όταν γευόμουν όλα εκείνα πού είναι απρόσιτα ακόμα και για τούς περισσότερους ανθρώπους, πάντα ήταν μια ηδονή που δεν ολοκληρωνόταν, η γλυκιά γεύση στο στόμα γινόταν στάχτη κι έπειτα απο λίγο τίποτα δεν έμενε παρά μόνο η ανάγκη για περισσότερες συγκινήσεις πού θα χάριζαν την ένταση εκείνη που κάνει τη ζωή λιγότερο αφόρητη. Μα η όλη εμπειρία έμενε ανολοκλήρωτη. Μπορούσα να φτάσω ως την άκρη του κόσμου μα όλα να μου φαίνονται συνηθισμένα, να γευτώ ένα ισχυρό ναρκωτικό μα σαν περάσει η επίδραση του να γίνομαι περισσότερο αφχαρίστητος κι απο πριν, σαν όσα δοκιμάζω να εξατμίζονται πριν ακόμα με αγγίξουν σαν να λείπει αυτό που θα έκανε όλες αυτές τις εμπειρίες αληθινές»

«Και τι είναι αυτό που θα έκανε τις εμπειρίες αληθινές; Τι είναι αυτο που θα σε λύτρωνε;»

Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο σαν να βρισκόταν εκεί η απάντηση στο ερώτημα μου. Μονολόγησε «νοσταλγώ τις μέρες που δεν είχα τίποτε πέρα απο μια ήσυχη συνείδηση και την ευγένεια να την απολαύσω. Απο τότε μεσολάβησαν τόσα που είναι σα να είμαι πιά ένας άλλος άνθρωπος. Λέω χάνει κανείς πολλά περισσότερα στη διαδρομή πέρα απ’ τα χρόνια. Μα πως να γυρίσει κανείς πίσω, στη μοναξιά, στη στέρηση δίχως να έχει πια κάτι να περιμένει;»

Δεν ξέρω αν περίμενε ή όχι απάντηση σ’ αυτήν του την ερώτηση πάντως εγώ δεν είχα τίποτα να του αποκριθώ. Μόνο κοίταζα μαζί του έξω απ’ το παράθυρο τα κιτρινισμένα φύλλα των πλατανιών που στρώνονταν σεντόνι στο φύσημα του φθινοπώρου.

Απο το Shortstory.gr 

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας