Τα γραπτά φεύγουν

Το μετρό της Θεσσαλονίκης γιόρταζε τον ένα χρόνο λειτουργίας του κι έτσι δεν χρειαζόταν να χτυπήσει εισιτήριο. Αγνόησε επιδεικτικά τα σχετικά μηχανήματα και κατευθύνθηκε στο τελευταίο βαγόνι. Κάθισε στην τελευταία σειρά, σ` ένα κάθισμα δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. «Παράξενο», σκέφτηκε, «νόμιζα πως τα παράθυρα των συρμών είναι μονίμως κλειστά». Έβγαλε από την τσάντα της τις εκθέσεις για να τους ρίξει μια τελευταία ματιά. Δεν κατόρθωσε παρά να διαβάσει λίγες γραμμές από την πρώτη. «Θεέ μου, νυστάζω απίστευτα! Και τούτος ο συρμός θέλει ακόμα τέσσερα λεπτά για να ξεκινήσει». Έκλεισε τα μάτια. «Θ` αποκοιμηθώ» σκέφτηκε. Κράτησε στα χέρια σφιχτά τα γραπτά των μαθητών της, αδυνατούσε να τα ξαναβάλει στην τσάντα, τόσο νύσταζε.
Οι μισθοί των καθηγητών είχαν πέσει στα 440 ευρώ κι έτσι τα απογεύματα δούλευε και καθαρίστρια. Προσφάτως χωρισμένη και επιπλέον ξεθεωμένη απ` τη δουλειά, δεν άντεχε άλλο να ζει στη Θεσσαλονίκη και μάλλον νοσταλγούσε το γραφικό της ψαροχώρι των δυόμιση χιλιάδων κατοίκων. «Ωραία ζούσα με τον πατέρα μου» αναπόλησε κι ευθύς αναδύθηκαν στη μνήμη της οι απογευματινές βαρκάδες στη λιμνοθάλασσα με τους γλάρους να περνάνε ξυστά απ` τα μαλλιά της μ` ένα σπαστό φτερούγισμα. Να, μόλις άκουσε ένα! Ένας γλάρος πέρασε δίπλα απ` το κεφάλι της! Και ξανά ο ίδιος ήχος! Και ξανά! Και ξανά! Τι ωραία, τι διασκεδαστικά! Στο χωριό έπρεπε να μείνει και να βοηθάει τον πατέρα της στα δίχτυα. Τι σόι αγοροκόριτσο ήταν! Όχι που σπούδασε κι έγινε φιλόλογος να ψωμολυσσάει και να διορθώνει εκθέσεις ιδεών με τίτλο SCRIPTA MANENT…

Του Κώστα Ζαχαράκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας