Σκίτσο

Πάντοτε σαν ταξίδευε με το τραίνο κρατούσε μαζί το τετράδιο με τα μολύβια του. Αρχικά από ανία, ξεκίνησε να σκιτσάρει απλά σχήματα όμοια μ’ εκείνα των παιδιών του νηπιαγωγείου. Με λίγες γρήγορες γραμμές σχημάτιζε ένα καράβι, ένα σπίτι, ένα δέντρο. Στη συνέχεια όσο το ταξίδι προχωρούσε σκέφτηκε να εμπλουτίσει αυτά τα σχέδια, να τους δώσει ίσως μια ιδιαίτερη προοπτική. Έτσι το καράβι γινόταν τρικάταρτο με μια γοργόνα ξαπλωμένη στο πανί, το σπίτι αποκτούσε κήπο με γρασίδι και το δέντρο περισσότερα κλαδιά με ζωηρόχρωμα φύλλα. Με τον καιρό αυτή του η συνήθεια εξελίχθηκε σε πραγματική δημιουργική διάθεση κι ερχόταν στιγμές που ανυπομονούσε να ξεκινήσει το ταξίδι για ν’ αφοσιωθεί σ’ αυτή του την ασχολία, τη μοναδική ίσως που του χάριζε αυτό το αίσθημα της ελευθερίας και της γαληνεμένης δημιουργικότητας. Αρχικά έμενε για λίγα λεπτά να παρατηρεί από το παράθυρο το τοπίο που έφευγε γυρεύοντας κάποιο θέμα. Ένα σμήνος χελιδόνια φτερούγιζαν πάνω από μια λίμνη: Άνοιξε το τετράδιο αρχίζοντας να τα σχηματίζει σαν ένα σύννεφο που ανέβαινε από τη γη στον ουρανό καθρεφτιζόμενο στην υγρή επιφάνεια, ένα νεφελένιο κύμα ολάνοιχτο στον ορίζοντα.

Σε μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του και την είδε. Μαύρα μακριά μαλλιά, χέρια σταυρωμένα πάνω στα πόδια κι δυο μάτια που, καρφωμένα στο τζάμι διέτρεχαν τις αποστάσεις της απομάκρυνσης. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί ν’ αναζητήσει το θέμα του στο εσωτερικό του τραίνου, οι άνθρωποι του φαίνονταν συνηθισμένοι, το σκηνικό μονότονο. Η παρουσία της όμως του φάνηκε να αναδομεί ολόκληρο τον κόσμο του βαγονιού δίνοντας του φως και χρώμα. Ρίχνοντας της κλεφτές ματιές ξεκίνησε να σχεδιάζει. Πρώτα τα μάτια (από ‘κει ξεκινούσαν ολα), έπειτα το πρόσωπο, τα χέρια, τα μαλλιά… Κάποια στιγμή δεν χρειάζονταν να την κοιτάει πια, σαν να την είχε αποτυπώσει στο μυαλό του και να την αντέγραφε από ‘κει…

Έκλεισε τα μάτια και την φαντάστηκε ολόκληρη ένα σχέδιο. Μια καρικατούρα που σηκώνεται απ’ το χαρτί, μεγεθύνεται και στέκεται δίπλα του. Κι έπειτα, σιγά-σιγά να κερδίζει τις χαμένες λεπτομέρειες από το πρωτότυπο, να συμπληρώνεται μέχρι που μεταμορφώνεται σε μια πανομοιότυπη γυναίκα που του χαμογελούσε. «Τι όμορφα που σχεδιάζεις» του ψέλλισε. Κι εκείνος να στρέφει τα μάτια στα χαμηλά μην βρίσκοντας τη δύναμη να απαντήσει. Μονάχα να πιάνει ένα άλλο χαρτί και να σχεδιάζει χελιδόνια που έφευγαν από το χαρτί και κούρνιαζαν στα χέρια της.

Είχε σχεδόν ολοκληρώσει το σκίτσο οταν ανακοινώνονταν από τα μεγάφωνα ο σταθμός του. Τόνισε λίγο παραπάνω τα μάτια της, σα να κρατούσαν μέσα τους μια φλόγα αναμμένη. Έπειτα τα μαλλιά που χύνονταν καταρράκτης και τα χέρια που έπεφταν ατάραχα. Σηκώθηκε από τη θέση του κρατώντας το χαρτί που έτρεμε στο χέρι του. Για λίγο κοντοστάθηκε, μα αγριεμένες φωνές από πίσω του τον ανάγκαζαν να προχωρήσει. Περνώντας από μπροστά της, μερικές στιγμές κοιτάχτηκαν κατάματα κι αφού έσκυψε το κεφάλι, ακούμπησε το σκίτσο δίπλα της και βγήκε τρέχοντας από την αμαξοστοιχία.

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας