Προσδοκίες

Τετάρτη γεννήθηκα. Θρεφτάρι, κοντά πέντε κιλά. Στενή η μάνα μου, ζορίστηκε. Στο τέλος την “ανοίξανε”. Δυο μπουκάλες αίμα χρειάστηκε. Έτρεξε ο θειος μου να τις βρει. Όταν ήμουνα πιτσιρικάς, κάθε που ’σπαγα κανα τζάμι στη γειτονιά ή το ’σκαγα απ’ το σχολείο, φώναζε η γιαγιά μου: «Κοίτα να γίνεις άνθρωπος! Τόσο αίμα έχασε η μάνα σου να σε κάνει!». Ίδια κουβέντα χρόνια. Δεν έλεγε να στερέψει εκείνο το αίμα…

Κάπου κοντά στα ΚΤΕΛ ήτανε. Χιόνιζε εκείνη τη μέρα. «Έκανε έξοδο σαν άρχοντας», έλεγε ο γιατρός, «όχι σαν τους άλλους» και καμάρωνε ο πατέρας μου. Η μαία κόντρα: «Θα γίνει ένας κομμουνιστής με τα όλα του αυτός!». Είχα τη γροθιά σφιγμένη, βάλε και την τσιρίδα, το ‘δεσε. Έτοιμος για συλλαλητήριο, σου λέει. Τη στραβοκοίταξε ο πατέρας μου -δεξιός ως το μεδούλι- αλλά μπρος στη χαρά του κάλμαρε. Χαρτζιλίκωσε γερά τις νοσοκόμες και πέφτανε βροχή οι ευχές. Είχαν έρθει κι οι παππούδες. Πανηγύρι για τον εγγονό.Γράψανε την ημερομηνία στα τεφτέρια. Χρειάζονται, λένε, οι ημερομηνίες, να σημαδεύεις τον καιρό, να μη χαθείς. Κάποιου αγίου ανήμερα ήτανε, δε θυμάμαι.

Όταν ξύπνησε η μάνα μου με πήρε στην αγκαλιά της. Δεν μιλούσε, λέγανε, μόνο κοίταζε έξω που χιόνιζε. Χρόνια είχε να χιονίσει. Καλό σημάδι, λέγανε.Κοκκινομάλλα η μάνα μου.Την είδα μια φορά καθισμένη στο κρεβάτι, με τα μαλλιά λυτά και τ’ άσπρο νυχτικό. Είπα πως έτσι θα ’ταν τη μέρα που με γέννησε. Όμορφη ήτανε. Κράταγε μια βούρτσα και τα χτένιζε. Έπειτα άρχισαν να στάζουν αίμα τα μαλλιά της, κόκκινες σταγόνες πάνω στο χιόνι. Σφίχτηκε το στομάχι μου. Έτρεξα στην αυλή να πάρω αέρα.

Είχα καιρό να πάω εκεί. Τα κρεβάτια χάλια, αλλά το φαϊ καλό. Είχα κάτσει κι έτρωγα μοναχός μου. Δεν είχα όρεξη για κουβέντες. Πέρασε μια σερβιτόρα με άσπρη μπλούζα και μπήκε στην κουζίνα. Πέρασε από μπροστά μου και τα είδα. Ίσια κόκκινα μαλλιά. Στάζανε. Ακόμα στάζανε…
Μπουκιά δεν κατέβαινε πια. Πνιγόμουνα, ήθελα να πάρω ανάσα. Βγήκα έξω. Έκανε ψόφο και φυσούσε. Κάπου βρήκα κι έστρωσα. Έβαλα το χέρι μπρος στη μούρη μου, να κόβει τον αέρα. Κι η γροθιά σφιγμένη πάνω στο μέτωπο.

Έτσι με βρήκαν το πρωί. Είχαν μαζευτεί καμπόσοι τριγύρω. Κάποιοι άγνωστοι, κάποιους τους ήξερα. Τις φάτσες δηλαδή, απ’ τα συσσίτια και τ’ άσυλα. Οι ψυχές άγνωστες, μην ψάχνεις. Σε λίγο πλάκωσε η αστυνομία κι ένα ασθενοφόρο και σκορπίσανε. Καθένας με τις αμαρτίες του. Μείνανε κανα-δυο για το χάζι. Τους ρώταγε ο αστυνομικός μπας και με ξέρανε. Σώθηκε! Βρέθηκε ένας που με είχε δει το βράδυ και του σφύριξε από πού βγήκα. Πήγε κι έμαθε. Έγραψε τ’ όνομά μου μαζί με την ημερομηνία. Τη χαράξανε κι αυτή πάνω στο σταυρό. Θα σε γελάσω ποιά ήταν. Πάντως τη νύχτα είχε συννεφιά κι ο αέρας έτσουζε.

Στα τρία χρόνια θ’ άλλαζα “στέκι”. Θα πήγαινα κι εγώ με τους πολλούς. Με βρήκε όμως έν’ ανίψι και με πήγε στο χωριό της μάνας μου. Κασελάκι-κόκκαλα, όλα μαζί κανα πεντόκιλο. Πώς με βρήκε ούτε που ξέρω. Το τύλιξε σε μια σακούλα μαύρη, απ’ αυτές για τα σκουπίδια, μη κι έβλεπε ο οδηγός τι ήτανε και δεν τον άφηνε να μπει. Πολλές οι στροφές, τσουγκρίζανε τα κόκκαλα. Κάπου είχε κλείσει ο δρόμος. Περιμένανε δυο ώρες να τον ανοίξουνε. Μιανής σπάσαν τα νερά μέσ’ στο λεωφορείο. Ευτυχώς, την πρόλαβαν. Χρόνια είχε να χιονίσει τόσο. «Θα ‘ναι καλότυχο», της λέγανε. «Καλό σημάδι τόσο χιόνι», έτσι λέγανε. Τί μέρα ήτανε μη με ρωτάς, δεν ξέρω.

Της Μαρίας Χριστινάκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας