Άσε με να σ’ αγαπήσω

Δεν ζητούσε πολλά πράγματα. Ήθελε μόνο να ερωτευτεί μια τελευταία φορά πριν ο χρόνος τον φθείρει ανεπιστρεπτί. Στα εξήντα του χρόνια είχε πλέον απομυθοποιήσει τα πάντα. Τίποτα δεν είχε πια αξία για κείνον πέρα απ’ την υγεία των παιδιών του και τη δική του. Μέχρι που του ήρθε ξαφνικά αυτή η τρελλή ιδέα, αυτή η αχαλίνωτη επιθυμία για έρωτα. Και δεν ήθελε έρωτα αγοραίο ή περιστασιακό, δεν ήθελε τίποτα που θα τον άφηνε να σηκωθεί κενός απ’ το κρεβάτι, μόνος δίπλα σ’ ένα ζεστό σώμα που δεν θα ‘ταν δικό του. Ήθελε να ερωτευτεί. Παράφορα, ολοκληρωτικά, παθιασμένα. Και να κοιμηθεί ξανά με μια γυναίκα που θα την ένιωθε δική του, που θα την έκανε δική του, που θα κατακτούσε το κορμί της και θα στοίχειωνε τη σκέψη της.

Τη γυναίκα του την είχε χάσει προ πενταετίας. Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Έφυγε στον ύπνο της, δίπλα του. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε το άκαμπτο σώμα της όταν προσπάθησε να την ξυπνήσει, σαν είδε ότι δεν σηκωνόταν για τον πρωινό τους καφέ. Νόμιζε πως κοιμόταν, ήταν τόσο ήρεμη. «Σήκω Βαγγελίτσα μου», της είχε πει σκουντώντας την, «πάμε να πιούμε το καφεδάκι μας, θα αργήσουμε για το μαγαζί». Μα του κάκου.

Κι έκτοτε ήταν μόνος του. Αυτός και η καθημερινή σχεδόν ρουτίνα του, η μόνη του ενασχόληση, το ανθοπωλείο του. Είχε ένα από τα πιο μεγάλα και γνωστά ανθοπωλεία των Αθηνών, σε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους του Κολωνακίου. Το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, μαζί με τη λατρεία του για τα λουλούδια. Ό ίδιος στα νιάτα του είχε σπουδάσει γεωπόνος και είχε κάνει και μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο πάνω στην διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Κατάφερε και τα πάντρεψε όλα. Τις σπουδές του με το μαγαζί του πατέρα του, δίνοντας νέα διάσταση στο αντικείμενο και επεκτείνοντας τις δουλειές τους σε σημείο πραγματικού πλούτου. Τον εαυτό του με την Βαγγελίτσα, κόρη απόστρατου αξιωματικού, από τις καλύτερες οικογένειες του Παπάγου με στρατιωτική παράδοση και γεμάτη τσέπη. Τα παιδιά του αργότερα με γόνους εκλεκτών οικογενειών, που η μοίρα το ‘φερε να ζουν και τα δύο τώρα στο Λονδίνο.

Κι έτσι ήταν μόνος του. Ουσιαστικά ήταν μόνος του πολύ πριν φύγει η Βαγγελίτσα, μιας και η επικοινωνία τους είχε χαθεί από χρόνια και ερωτικά ήταν κρύοι σαν παγωμένα σεντόνια το καταχείμωνο. Το μόνο που τους έδενε ήταν το μαγαζί και η ρουτίνα. Αυτή τη ρουτίνα που κράταγε ακόμα, σαν να εξαρτιόταν απ’ αυτό η ζωή του.

Έμενε σε ένα υπέροχο διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, όλο φάτσα στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μεγάλο, πολυτελέστατο, με τεράστια βεράντα που είχε μέχρι και πισίνα. Υπέροχο, μεγάλο και… άδειο. Εκτός από την οικιακή βοηθό που είχε σε μόνιμη βάση και με την οποία αντάλλασε καθημερινά τα τυπικά, δεν ακουγόταν εκεί μέσα ούτε κλάμα, ούτε γέλιο. Προσπαθούσε λοιπόν να λείπει όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες, γι’ αυτό και πάντα πηγαινοερχόταν στο μαγαζί με τα πόδια κι ας ήταν μία ώρα περπάτημα. Ήταν από τα νιάτα του αθλητικός τύπος, με ωραία ευθυτενή κορμοστασιά και ελκυστικά αρρενωπά χαρακτηριστικά. Ακόμα και τώρα δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τη νιότη του. Παρόλο που είχε γκριζάρει, ήταν πολύ γοητευτικός άντρας και πέρναγε ακόμα η μπογιά του.

Πέντε χρόνια κράτησε το πένθος του. Την αγαπούσε τη μακαρίτισσα και τη σεβότανε βαθιά. Ποτέ δεν την πίκρανε, ποτέ δεν την εξέθεσε. Δε θα ‘θελε να ‘χει κανείς να πει κουβέντα για τη μάνα των παιδιών του. Ήταν παλιάς κοπής αρσενικό. Είχε συμβιβαστεί με τις ελλείψεις του και τις κάλυπτε με άλλες χαρές, μακρυά από την ανθρώπινη σάρκα. Διάβαζε, επέβλεπε το μαγαζί του, άκουγε μουσική, κολυμπούσε. Καμάρωνε τα παιδιά του. Φρόντιζε τη γυναίκα του. Και ήταν μόνος. Ψάχνοντας στην έρημο νερό…

Μέχρι που ξαφνικά του ‘σκασε σα γερό χαστούκι κατάμουτρα η ανάγκη του για επαφή. Ήθελε να μιλήσει. Να γελάσει. Να μοιραστεί. Να κλάψει. Να αγαπήσει. Να κατακτήσει. Να ερωτευθεί…

Ένα απόγευμα κολύμπησε μανιωδώς για ώρα πολλή. Ήθελε κάπου να ξεσπάσει. Βγήκε από την πισίνα, σκουπίστηκε πρόχειρα με μια τεράστια χνουδωτή πετσέτα και την πέταξε με νεύρο στις πλάκες της βεράντας. Ύστερα κλώτσησε την άκρη της ξαπλώστρας του και κάθισε κατάχαμα σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά από τα γόνατά του, κοιτώντας ευθεία το λόφο. Και τότε την ένιωσε. Ένιωσε το βλέμμα της να του καίει το μάγουλο και γύρισε απότομα τρομαγμένος το κεφάλι του προς το μέρος της. Στην άλλη άκρη της βεράντας του και μισό επίπεδο πιο πάνω ήταν η βεράντα του διαμερίσματος της διπλανής πολυκατοικίας. Στο τοιχίο που χώριζε τις δύο βεράντες έγερνε ακουμπώντας στους αγκώνες τις μια νεαρή γυναίκα. Είχε μακρυά καστανά μαλλιά και ήταν τυλιγμένη σε ένα λουλουδάτο μπουρνούζι. Τον κοίταζε απροκάλυπτα. Μάλιστα του φάνηκε πως του χαμογελούσε. Σήκωσε το χέρι της και του ένευσε «γειά». Αμήχανα κάπως τη χαιρέτησε και κείνος. Και μετά εκείνη γύρισε προς την άλλη μεριά και έφυγε.

Έπρεπε να μάθει ποιά ήταν. Σηκώθηκε και με γοργό βήμα μπήκε στην κουζίνα φωνάζοντας την υπηρεσία του. Η οικιακή βοηθός εμφανίστηκε ξαφνιασμένη, μιας και δεν την είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να εισβάλει στην κουζίνα «της».

«Την ξέρεις την κυρία που μένει στο διπλανό διαμέρισμα;», τη ρώτησε χωρίς περιστροφές. «Ναι, είναι η κυρία Χαρίση, δεν έχει βδομάδα που μετακόμισε εδώ με τον άντρα της και την κόρη της», του απάντησε σαστισμένη εκείνη. «Όνομα δεν έχει; Δεν τη βαφτίσανε μικρή;», την ξαναρώτησε εκείνος αγριεμένος σχεδόν, ανυπόμονος. «Νομίζω πως άκουσα να τη φωνάζουνε Σοφία», απάντησε διστακτικά εκείνη. «Αν μου επιτρέπετε κύριε την αδιακρισία, συνέβη κάτι;» συνέχισε παραξενεμένη από την περίεργη συμπεριφορά του εργοδότη της. «Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου», της αντιγύρισε κι έκανε να φύγει. Μετάνιωσε όμως τον τρόπο του, γύρισε την κοίταξε και της είπε χαμογελώντας: «Συνέβη ένα μικρό τίποτα που το περίμενα καιρό, κατάλαβες;». «Ό..όχι…», του απάντησε εκείνη εντελώς χαμένη πλέον. «Εμ, γι’ αυτό σου είπα να κοιτάς τη δουλειά σου κυρία μου», την πείραξε χαριτολογώντας, «αφού έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνεις». Κι όρμησε με φούρια έξω από την κουζίνα και πρόσω ολοταχώς στα ιδιαίτερά του για να ντυθεί. Έπρεπε να βγει έξω οπωσδήποτε. Να αλωνίσει τη γειτονιά, να μάθει. Να μάθει αν ήρθε επιτέλους αυτή που περίμενε…

Είχαν περάσει τέσσερις μέρες ήδη χωρίς να καταφέρει να μάθει και τίποτα άξιο λόγου για τη νέα του γειτόνισσα, που τόσο τον είχε αναστατώσει. Κι όσο κι αν είχε ξημεροβραδιαστεί στη βεράντα του, δεν είχε την τύχη να την ξαναδεί να του γνέφει. Αυτά σκεφτότανε καθώς επέβλεπε αφηρημένα τις ετοιμασίες για το στολισμό μιας δεξίωσης που θα γινόταν στην Αίγλη στο Ζάππειο. Και ξαφνικά μια φωνή τον γύρισε στην πραγματικότητα: «Ώστε εσείς είστε ο νέος μας γείτονας! Όλοι ανεξαιρέτως μας σύστησαν εσάς για να αναλάβετε το στολισμό για το πάρτυ γενεθλίων της κόρης μας! Πως είστε;», μια καλοβαλμένη νέα γυναίκα του έτεινε το χέρι της. Εκείνος σάστισε για λίγο, αλλά φίλησε το χέρι της όλο ευγένεια. «Ο νέος σας γείτονας;», τη ρώτησε νιώθοντας την καρδιά του να κλωτσάει. «Μα ναι, μόλις αγοράσαμε ένα διαμέρισμα στη διπλανή σας πολυκατοικία, στο 44. Είμαι η… -Σοφία!», τη διέκοψε εκείνος τόσο απότομα που η γυναίκα έκανε τρομαγμένη ένα βήμα πίσω! «Ω, συγχωρήστε την αγένειά μου, δεν έχουμε συστηθεί καν καλά -καλά κι εγώ σας αποκαλώ με το μικρό σας όνομα, σωστά;», συνέχισε εκείνος καθησυχάζοντάς την. «Μα ναι, Σοφία με λένε, παρακαλώ συνεχίστε τον ενικό, καμία ενόχληση, αλλά πως γνωρίζετε το όνομά μου; Θέλω να πω…». Εκείνος τη διέκοψε με μια ανέμελη κίνηση του χεριού του και παράλληλα της απάντησε: «Το παν είναι να έχεις ενημερωμένη οικιακή βοηθό! Συν του ότι μου φάνηκε πριν τέσσερις – πέντε μέρες το πολύ ότι σας είδα στη βεράντα σας να με χαιρετάτε!». «Ω αυτό αποκλείεται γιατί μόλις συνήλθα από ένα άσχημο κρυολόγημα και τις προηγούμενες μέρες δεν τόλμησα να βγω από την κάμαρή μου καν. Θα είδατε την κόρη μου, την Μαρκέλλα! Εκείνη κολυμπά συνέχεια στην πισίνα μας, λατρεύει το κολύμπι το χρυσό μου. Να σας τη συστήσω…», είπε και γύρισε στο πλάι ελευθερώνοντας τη θέα πίσω της.

Και κει σταμάτησε ο χρόνος. Μόλις την αντίκρισε πάγωσε. Ήταν η κοπέλα της βεράντας! Ίδια μαλλιά, ίδια αύρα! Ήταν εκείνη, εκείνη που περίμενε. Και ήταν πανέμορφη! Και τόσο αναθεματισμένα νέα…

Τον κοίταξε κατάματα. Του χαμογέλασε πλατιά αποκαλύπτοντας ένα λευκό, υπέροχο χαμόγελο. Ναι λοιπόν, τελικά το είχε δει αυτό το χαμόγελο…

«Είσαι πιο όμορφος από κοντά», του είπε και τον χαιρέτησε με μια γερή χειραψία χωρίς να τραβήξει ούτε λεπτό το βλέμμα της. «Μαρκέλλα! Οι τρόποι σου! Ντροπή!», πετάχτηκε αγανακτισμένη η μητέρα της. «Τα νέα παιδιά σήμερα!», είπε γυρνώντας προς εκείνον προσπαθώντας να δικαιολογήσει την κόρη της. «Είναι έκτακτη, η αμεσότητά της με ξεπερνά!», απάντησε εκείνος γελώντας δήθεν ανάλαφρα, με τα μάτια του όμως προσπαθούσε να ζυγίσει τη Μαρκέλλα. Τι ήταν πάλι αυτό που ξεστόμισε; Αν δεν είχε αντιδράσει έτσι η μάνα της θα πίστευε ότι έχει παραισθήσεις.

Ανακτώντας την αυτοκυριαρχία του τις προσκάλεσε στο γραφείο του προκειμένου να κανονίσουν τις λεπτομέρειες για το πάρτυ της «μικρής». Η οποία ήταν είκοσι επτά ετών. Μόνο. Το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθεί. Τα μάτια της κοπέλας, το χαμόγελό της, τον στοίχειωναν. Μαζί με την ηλικία της. Ήξερε βαθιά μέσα του πως δεν έπρεπε να τρέφει ελπίδες. Μα γιατί να τύχει σε κείνον κάτι τόσο αναπάντεχα υπέροχο και συνάμα τόσο ανέφικτο; Χάθηκε να ήταν κάτι πιο κοντά στα μέτρα του; Μ’ αυτές τις σκέψεις ξημερώθηκε και σηκώθηκε ανόρεχτος, ντύθηκε και ξεκίνησε για τη συνηθισμένη περπατάδα του προς το μαγαζί του.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας τον περίμενε όμως μια μεγάλη έκπληξη. Η Μαρκέλλα καθόταν στα σκαλιά. Μόλις άκουσε την πόρτα να ανοίγει γύρισε και τον κοίταξε. «Τι κάνεις εδώ τόσο πρωί; Είστε καλά όλοι, συνέβη κάτι;», τη ρώτησε ανήσυχος εκείνος. «Εσένα περίμενα», του απάντησε εκείνη και σηκώθηκε για να σταθεί μόλις μισό βήμα μακρυά του. «Θα με αφήσεις να περπατήσω μαζί σου;», τον ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση έβαλε το χέρι της μέσα στο δικό του και στάθηκε δίπλα του περιμένοντας να ξεκινήσουν. Εκείνος τα ‘χασε τόσο πολύ που δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έσφιξε απαλά το χέρι της και ξεκίνησε. «Ίσως αν με χτυπήσει λίγος αέρας να συνέλθω. Αρκεί να μην κοιμάμαι ακόμα…», σκέφτηκε εκείνος και γύρισε να την κοιτάξει. Η Μαρκέλλα του χαμογέλασε. «Δεν ονειρεύεσαι», του είπε λες και διάβασε τη σκέψη του. «Σ’ έχω προσέξει από τότε που ήρθαμε», συνέχισε. «Θα πιστεύεις πως είμαι κανένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, έτσι; Δεν είναι και πολύ ψέματα… Όμως με σένα είναι αλλιώς. Δεν το θέλω, πίστεψέ με δεν το θέλω, όμως από την ώρα που σε είδα έχει έρθει ο κόσμος μου τούμπα! Δεν μπορώ να το κρατάω άλλο, δεν είμαι κανά κοριτσάκι να κρύβομαι!», του είπε τον μονόλογό της και τραβώντας τον απότομα τον σταμάτησε και τον ανάγκασε να την κοιτάξει. Εκείνος την κοίταξε νιώθοντας ότι πλέει πάνω σε νερό. Βύθισε το βλέμμα του στα μάτια της και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί παίρνοντας βαθιές ανάσες. «Μα τι μου λες Μαρκέλλα; Δεν το βρίσκεις λίγο άκομψο ακόμα και για ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο να εμπαίζεις έναν κύριο της ηλικίας μου;», της αντέτεινε σχεδόν εκνευρισμένος. «Της ηλικίας σου; Είσαι ο πιο ωραίος άντρας που έχω δει στη ζωή μου! Σε έχω ερωτευτεί χαζέ, τι δεν καταλαβαίνεις;», του είπε εκείνη χαμογελώντας και πατώντας στις μύτες των ποδιών της τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του, τον φίλησε πεταχτά στα χείλη και έφυγε τρέχοντας.

Εκείνος έμεινε στήλη άλατος. Ξαφνικά ένιωσε μια ζάλη να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα και έσπευσε να σωριαστεί στο πλησιέστερο παγκάκι. Τι είχε γίνει μόλις τώρα; Ας τον ξυπνούσε κάποιος, για Το Θεό!

Μόλις ηρέμησε λίγο σηκώθηκε αποφασισμένος να βάλει τέλος σ’ αυτή την παρωδία πριν πάρει έκταση πυρκαγιάς. Πήγε στο μαγαζί του και κλείστηκε κατευθείαν στο γραφείο του. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου προκειμένου να καλέσει τη μητέρα της. Θα προφασιζόταν κάποια δικαιολογία και θα ακύρωνε την παραγγελία για το πάρτυ γενεθλίων της Μαρκέλλας. Και μετά θα απέφευγε κάθε επαφή. Μέχρι να συμμαζέψει το μυαλό του και να συνέλθει. Και πριν του κρεμάσει κουδούνια η γειτονιά ότι ξεμωράθηκε στα εξήντα του και πήγε κι ερωτεύτηκε την πιτσιρίκα. Γιατί ναι, ήταν ερωτευμένος μαζί της. Θες γιατί το λαχταρούσε, θες γιατί τον προκάλεσε, σημασία είχε ότι του έτυχε αυτό που παρακάλαγε και τώρα φοβόταν. Φοβόταν ότι σε λίγο δε θα μπορούσε να βάλει όρια στον εαυτό του.

Και τότε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα του έκοψε τη φόρα. «Παρακαλώ!», είπε εκνευρισμένος. «Με συγχωρείτε, κύριε…», μία από τις υπαλλήλους του μόλις που έβαλε το κεφάλι της μέσα από την πόρτα. «Μια δεσποινίδα επιμένει να σας δει… Έχει να σας παραδώσει μια ανθοδέσμη. Προσωπικά σε εσάς. Τι να κάνουμε;», τον ρώτησε διστακτικά. «Ανθοδέσμη; Για μένα; Μνησθητί μου Κύριε… Τελοσπάντων, πείτε της να περάσει», της είπε γεμάτος περιέργεια γι’ αυτό το παράδοξο που συνέβαινε. Κάποιος έστελνε λουλούδια στον γνωστότερο ανθοπώλη της Αθήνας…

Και τότε μπήκε μέσα μια γνωστή φιγούρα κρυμμένη πίσω από μια τεράστια ανθοδέσμη από κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Τον πλησίασε και του έδωσε την ανθοδέσμη κι εκείνος αναγκαστικά την πήρε για να δει ποιος ήταν επιτέλους ο αποστολέας. «Μαρκέλλα! Μα τι στην ευχή;…», ξεκίνησε να της λέει σαστισμένος. «Σσσ…», έκανε εκείνη ακουμπώντας το δείκτη της στα χείλη του. «Δε θα δεις τι λέει η κάρτα;», τον ρώτησε σιγανά. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του και συνοφρυωμένος τράβηξε το λευκό φακελάκι από την ανθοδέσμη, το άνοιξε και το διάβασε. Ύστερα άφησε την κάρτα στο γραφείο του ήρεμα, άφησε και τα λουλούδια δίπλα και γύρισε προς τη Μαρκέλλα. Την πλησίασε κοιτάζοντάς τη με ένα απροσδιόριστο ύφος. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα, ήρεμη. Με το ένα χέρι την έπιασε από τη μέση τραβώντας τη κοντά του, το άλλο χέρι το πέρασε στο πλάι του λαιμού της πίσω από τα μαλλιά της και μετά έσκυψε και της έδωσε το πιο βαθύ, το πιο γλυκό, το πιο παθιασμένο φιλί της ζωής της. Και της δικής του.

Όταν διάβασε την κάρτα μέσα σε μια στιγμή καταρρίφθηκαν όλες του οι άμυνες. Κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να αντισταθεί σε μια τόσο αποφασιστική πρόσκληση από μια τόσο αποφασισμένη γυναίκα. «Άσε με να σ’ αγαπήσω», του έγραφε. «Άσε με να σ’ αγαπήσω».

Της Κατερίνας Ευαγγέλου – Κίσσα

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    Αφήστε μια σκέψη σας