Kuro Siwo

Κατευθύνθηκε προς το φάρο. Χωρίς ποτέ να έχει καταλάβει τον λόγο, αυτός ο φάρος είχε γίνει το καταφύγιό της. Αυτός ο φάρος στημένος εκεί σε μια προεξοχή της στενής λωρίδας γής που ένωνε το νησάκι με την ενδοχώρα.

Φυσούσε ανελέητα σήμερα. Αυτός ο τρελός αέρας που ανακάτευε τα δέντρα, τα αλμυρίκια της παραλίας, αυτός ο αέρας που λυσσομανούσε οργισμένος, ανακάτευε το μυαλό της, τα μέσα της, τις σκέψεις της, όλο της το είναι.

Δεν θυμάται από πότε άρχισε να έρχεται εδώ. Ερχόταν μικρή με τον πατέρα της. Τότε που εκείνος αποτελούσε τον κόσμο της ολόκληρο. Από τότε αυτός ο τόπος – τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά από την μικρή της πόλη-ασκούσε γοητεία επάνω της. Την μάγευε η παρθένα φύση του, η ησυχία του, η μοναξιά του.

Καθώς μεγάλωνε, έπιανε τον εαυτό της να καταφεύγει σε αυτόν τον φάρο συχνά. Αρχικά για να ζωγραφίζει δίπλα του. Μετά στις δύσκολες στιγμές της, τις ώρες που ζητούσε απομόνωση, τις ώρες που ήθελε να φύγει, να χαθεί, να ξεφύγει. Ποτέ δεν κατάλαβε από τι. Από τα προβλήματα, την καθημερινότητα; Ή από τον ίδιο της τον εαυτό; Και πάντα κατέληγε εκεί. Σταματούσε εκεί.

Αυτός ο φάρος είχε γίνει το νοητό όριό της. Ο τοίχος της. Το καταφύγιο και η φυλακή της ταυτόχρονα. Ορθωνόταν εκεί που τελείωνε η στεριά και άρχιζε η θάλασσα. Η θάλασσα που ανοιγόταν μπροστά της. Η θάλασσα που της έμοιαζε.

Πότε ήρεμη και γαλήνια άνοιγε την αγκάλη της και σε καλούσε κοντά της και πότε άγρια, μαύρη και θυμωμένη σε απόδιωχνε μακριά της.

Φυσούσε ανελέητα σήμερα. Και η θάλασσα ήταν άγρια. Δεν την είχε ξαναδεί έτσι. Ούτε η ίδια είχε υπάρξει ξανά έτσι. Κύματα έξω της, κύματα μέσα της. Άγρια… τη χτυπούσαν, την τάραζαν συθέμελα. Δεν άντεχε άλλο να μένει στη στεριά. Ήξερε ότι είχε φτάσει η μέρα να περάσει το όριό της , τον φάρο…

Φυσούσε ανελέητα σήμερα. Τα κύματα ολοένα και αγρίευαν μέσα της και έξω της. Ένα βήμα τη χώριζε. «Ήρθε η ώρα να ζήσω» σκέφτηκε καθώς πηδούσε στη θάλασσα. Και ήταν αυτή η κίνησή της λυτρωτική. Βάπτισμα ψυχής και σώματος. Δεν ξέρει πόση ώρα έμεινε κάτω από το νερό. Αναδύθηκε όμως διαφορετική. Και όλα ήταν αλλιώς. Ο αέρας σταμάτησε και τα κύματα έπαψαν. Και μέσα της και έξω της.

Είχε περάσει τελικά το όριό της. Τα είχε καταφέρει.

Είχε έρθει ο καιρός να χαράξει καινούρια ρότα. Να πλεύσει προς την ανοιχτή θάλασσα της ζωής της με καπετάνιο την ίδια, κόντρα στους ανέμους και αντίθετα στο kuro siwo που θα αντιμετώπιζε…

Της Εφης Καραγιάννη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας