Οι ράγες των τραίνων

Παιδί πίστευα πως οι ράγες των τραίνων δεν σταματούν πουθενά. Πως διασχίζουν όλο τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη. Κι ονειρευόμουν να μπω κάποτε σ’ ένα τραίνο δίχως τερματικό σταθμό, που θα με ταξίδευε μέσα από εκατοντάδες χώρες κι εγώ κολλημένη στο παράθυρο να ρουφώ κάθε εικόνα που θα ‘τρεχε απ’ το τζάμι. Φανταζόμουν ολόκληρο τον πλανήτη γεμάτο σιδηροδρομικές γραμμές που περνούν πάνω από θάλασσες, πάγους, ερήμους κι έλεγα πόσο άπειρος είναι ο κόσμος και πόσο μικρή εγώ που θέλω να τον γνωρίσω, ζητώντας να ταξιδεύω για χρόνια μέχρι ν’ ανακαλύψω κάθε σπιθαμή αυτού του παράξενου τοπίου που τόσο πολύ άλλαζε μέσα απ’ τα χιλιόμετρα, παίρνοντας τόσο διαφορετικές μορφές που σκεφτόμουν πως ο κόσμος δεν μπορεί να είναι δημιούργημα ενός, μα πολλών θεών με καθέναν να δημιουργεί κι ένα διαφορετικό μέρος προικίζοντας το με τα δικά του χαρίσματα.

Μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ο κόσμος είναι γεμάτος με τοίχους και συρματοπλέγματα, με ναρκοπέδια και σύνορα. Παράξενο μου φάνηκε σαν πρωτόμαθα πως οι άνθρωποι προτιμούσαν να χωρίζονται σε περιφραγμένους τόπους και να περνούν σ’ αυτούς ολόκληρη τη ζωή τους. Μου φάνηκε σαν ν’ αυτοφυλακίζεται κανείς σε μια ασφαλή φωλιά φοβούμενος το άγνωστο, αρνούμενος την μαγεία του να μην ανήκεις σ’ ένα τόπο παρά μονάχα στον εαυτό σου, κάνοντας το κορμί σου όχημα και πατρίδα της ανακάλυψης. Από τότε που έμαθα όλα αυτά, πως δηλαδή για τους περισσότερους προέχει η βεβαιότητα απ’ την αναζήτηση, θέλησα να υπερβώ κάθε περιορισμό που θα με περιχαράκωνε όπως εκείνους σ’ ένα χώρο στατικό.

Σαν έφυγα απ’ το σπίτι για σπουδές με κάθε ευκαιρία ξεκινούσα κι ένα ταξίδι αδιαφορώντας για τα μαθήματα που έχανα. Το διάστημα εκείνο επισκέφθηκα πολλές περιοχές της κεντρικής Ευρώπης, περπάτησα ατέλειωτα χιλιόμετρα σε πλακόστρωτα και λεωφόρους ρουφώντας με βλέμμα ανοιχτό άπληστα τα πάντα. Προσπαθούσα να φανταστώ τον εαυτό μου κάτοικο σ’ αυτά τα μέρη πόσο διαφορετική θα γινόμουν μέσα τους και πόσο θα άλλαζε η ροή της ζωής μου που σχεδόν στεναχωριόμουν για αυτούς τους απραγματοποίητους εαυτούς που άφηνα πίσω. Κοίταζα τα σπίτια κι αναρωτιόμουν πως θα ήταν αν έμενα εκεί, θαύμαζα τα τοπία κι ήθελα να τα κρατήσω στη μνήμη αναλλοίωτα τόσο που να τα θυμάμαι όπως εκείνα της πατρίδας μου, έπιανα συζητήσεις με κατοίκους μιλώντας σπαστά αγγλικά ζητώντας να μάθω την ιστορία και τα έθιμα του τόπου τους. Κι ήταν τότε που αποτυπωνόταν στη μνήμη μου το ταξίδι κι έμοιαζε η περιπλάνηση να γίνεται όχι μόνο στο χώρο μα και στο χρόνο μέσα από εποχές και ανθρώπους που δεν είχα γνωρίσει διαμέσου των αφηγήσεων που ζωντάνευαν στα μάτια μου περασμένες, γεμάτες γοητεία, εποχές.

Με τον καιρό συλλογιζόμουν πως ο τόπος που γεννήθηκα και μεγάλωσα, ο τόπος που αποκαλούσα πατρίδα θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε απ’ αυτούς που συναντούσα στα ταξίδια μου. Κάθε τόπος έχει τον τρόπο του να σε δένει, εντυπώνοντας στη μνήμη κάτι απ’ τη γοητεία του. Μπορεί να έχει περάσει καιρός και μια στιγμή ανύποπτη να φωτίσει ένα σημείο που επισκέφθηκες, μια πλατεία ή ένα ακροθαλάσσι κι ένα σκίρτημα να σε συνεπάρει ολόκληρο, σα να επέστρεψε στη μνήμη ένα πρόσωπο αγαπημένο. Η καρδιά μου είναι φτιαγμένη από τοπία. Λέω μέσα το κορμί μου είναι γεμάτο δρόμους που διακλαδώνονται, συμπορεύονται, αποκλίνουν ακολουθώντας μια ροή που καταλήγει σε μεγάλες πλατείες με σιντριβάνια όπου μουσικοί παίζουν ασταμάτητα ή σε κήπους γεμάτους δέντρα κάθε λογής που τα φύλλα τους φιλτράρουν το φώς που φτάνει στους διαβάτες. Έχω γνωρίσει ανθρώπους να ζουν σε παραπήγματα κι άλλους σε πλεούμενα σπίτια που γλιστρούν ασταμάτητα στο νερό. Μόνο την αγωνία για το αύριο διάβασα ίδια στα μάτια τους.

Τη σχολή δεν την τελείωσα ποτέ. Ένα πρωί με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας αγριεμένος λέγοντας μου πως τον ειδοποίησαν πως κόπηκα στα περισσότερα μαθήματα. Μου είπε να επιστρέψω σπίτι αφού δεν είχα σκοπό να τελειώσω τη σχολή. Ήταν η τελευταία φορά που του μίλησα, μια εβδομάδα αργότερα πακέταρα τα πράγματα και τα έστειλα σπίτι, εκτός από τα ρούχα και κάποια προσωπικά μου αντικείμενα, όσα μπόρεσα να χωρέσω σε μια μεγάλη βαλίτσα. Έπειτα έκλεισα εισιτήρια για Λισαβόνα. Από τότε είμαι πολίτης του κόσμου, αλλάζοντας κάθε μήνα μέρος διαμονής. Πολλές φορές το νιώθω σα να μένω σε μια πλωτή σχεδία που δεν ξέρω που θα με βγάλει το πρωί. Κι είναι φορές σαν ξυπνάω που περνάνε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να θυμηθώ που βρίσκομαι. Την απόφαση που πήρα την πλήρωσα με πολλές στερήσεις, με διαστήματα φοβερής μοναξιάς, με νοσταλγία προσώπων που μεγαλώσαμε μαζί, με την ενθύμηση ευχάριστων οικογενειακών στιγμών. Όμως δεν το μετάνιωσα, όπως δεν μετανιώνει όταν ακολουθεί κανείς την εσωτερική φωνή του.

Πέρασαν χρόνια από τότε μα συνεχίζω σε πείσμα της φρόνιμης λογικής να περιφέρομαι από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη αναλαμβάνοντας περιστασιακές δουλειές, βλέποντας ανθρώπους να έρχονται και να φεύγουν, ανανεώνοντας διαβατήρια, περιμένοντας σε αποβάθρες και αίθουσες αναχωρήσεων κάθε φορά γι’ αλλού. Γυρεύοντας επίμονα σε κάθε άγνωστο προορισμό ένα ανεξερεύνητο κομμάτι του εαυτού μου.

Toυ Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας