Πλάνητας

Βγήκε μέσα από έναν μάλλον μεγάλο και όχι και τόσο βαθύ υπνο. Το δωμάτιο μύριζε καλοκαίρι και βρομούσε ησυχία. Κοίταξε με αγωνία το ρολόι. Εκείνο του έδειξε ψύχραιμα ότι ήταν οχτώ και τέταρτο λίγο πριν το βράδυ. Το ρολόι του ήταν φτιαγμένο από κουτιά παπουτσιών. Μέσα στο κουτί που ήταν πάνω πάνω, κρύβονταν τα αγαπημένα του παπούτσια. Ήταν σκεπασμένα με χώμα και λάσπη, ενθύμια από μια αγαπημένη τους βόλτα. Έξω από το κουτί ένας σπασμένος διαβήτης που είχε βαρεθεί να σχηματίζει τέλειους κύκλους, υποδυόταν με μεγάλη επιτυχία τους λεπτοδείκτες. Οι ώρες που τον περικύκλωναν έμοιαζαν με χρωματιστά χάπια. (για κάθε αριθμό της ημέρας η γιαγιά του έτρωγε κι από ένα χρώμα. τώρα πια όμως δεν είχε ανάγκη από χρώματα και αριθμούς.) Είχε κολλήσει τον διαβήτη και τα χάπια στις οχτώ και τεταρτο.

Με μελάνι που φωτίζει στο σκοτάδι είχε γράψει «λίγο πριν το βράδυ». Γι’ αυτόν ήταν η καλύτερη ώρα της ημέρας και προτιμούσε να μην αλλάζει. Τα δύσκολα συνήθως έχουν ήδη περάσει και υπάρχει αρκετός χρόνος ακόμα για να συμβεί κάτι ευχάριστο. Είχε όρεξη να δοκιμάσει λίγη από την καινούρια του οδοντόκρεμα και περπάτησε προς το μπάνιο. Ο προσανατολισμός του όμως τον απογοήτευσε και βρέθηκε στην κουζίνα. Εδώ και μέρες-που δεν είχε μπει στον κόπο να τις μετρήσει-έχανε συνεχώς τον δρόμο μέσα στο σπίτι. Η διαδρομή ανάμεσα στα δωμάτια ήταν βαρετή και τον άφηνε εντελώς αδιάφορο. Όσο όμως αδιαφορούσε για τη διαδρομή, τόσο ξεθωριαζαν οι πατημασιές που άφηνε πίσω του. Περιπλανιόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο χωρίς να μπορεί να φτάσει εκεί που θέλει. Η γιαγιά του φεύγοντας, εκτός από χρωματιστά χάπια του είχε αφήσει και τους τοίχους του σπιτιού. Ο τοίχος της κουζίνας ήταν γεμάτος πλακάκια με μικρά σκούρα πράσινα τριαντάφυλλα. Τα πλακάκια του άρεσαν κι ας μην τα είχε μετρήσει ποτέ ως το τέλος. Ήθελε να έχει την αίσθηση ότι είναι άπειρα. Κάθε φορά που ξεκινούσε το μέτρημα σταματούσε λίγο πριν φτάσει στο τελευταίο και χαμογελούσε από μέσα του. Όταν διέκοψε ένα ακόμα μέτρημα στο καλύτερο σημείο, αποφάσισε να ψάξει μέσα στο σαλόνι για ένα βιβλίο που το τέλος του είχε διαβάσει από καιρό. Θα έγραφε στη πρώτη λευκή σελίδα, μια αφιέρωση στον εαυτό του. Ήταν καλός μόνο στις αφιερώσεις που προορίζονταν για εκείνον. Απέφευγε τα μεγάλα λόγια αλλά φρόντιζε να είναι εύστοχες και απρόβλεπτες. Δεν μπόρεσε όμως να βρει το σαλόνι και κατέληξε στο μικρό μπαλκόνι.

Ενώ προσπαθούσε να ρουφήξει λίγο από τον χαλασμένο αέρα της γειτονιάς, δεν κατάφερε να αντισταθεί στην ανάμνηση που του έφερε η νεόκτιστη χελιδονοφωλιά στο απέναντι σπίτι. Θυμήθηκε λοιπόν γεμάτος ευχαρίστηση, ότι όταν ήταν μικρός μπέρδευε τα χελιδόνια με τους πιγκουίνους. Ίσως έφταιγε το μαυρόασπρο χρώμα τους, αλλά τότε ήταν σίγουρος ότι τα χελιδόνια στο τέλος του ταξιδιού τους έφταναν στους πάγους. Εκεί άρχιζαν να τρώνε με βουλιμία τα αγαπημένα τους μεγάλα ψάρια μέχρι που οι κοιλιές τους φούσκωναν και κατέληγαν τελικά να γίνονται πιγκουίνοι. Μη μπορώντας πια να πετάξουν έφτιαχναν υπόγεια σπίτια κάτω από τον πάγο και έπαιζαν χιονοπόλεμο για το υπόλοιπο της ζωής τους. Η ανάμνηση τον έκανε να θέλει να πιει νερό με παγάκια κι άρχισε να περπατάει προς την κατάψυξη.

Τελικά χάθηκε και ο δρόμος τον έβγαλε στο μπάνιο. Αφού δοκίμασε λίγη από την καινούρια οδοντόκρεμα έπιασε τον εαυτό του να χαζεύει το εσωτερικό της ανοιχτής ντουλάπας στο διάδρομο. Ποτέ δεν είχε φίλους κατοικίδια, είχε όμως στενή φιλία με την συνήθεια να διαβάζει περιοδικά για σκύλους και γάτες στην τουαλέτα. Κάποιο τεύχος κι ενώ του έκανε για πολλές μέρες παρέα, του έβαλε την ιδέα να πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό με τίτλο «εγώ και το ζωάκι μου μοιάζουμε πολύ». Μέσα σε ένα απόγευμα με τρεις μεγάλες κούπες καφέ, μια ψεύτικη ιστορία προσγειώθηκε μπροστά του. Έγραψε πως σ’ εκείνον άρεσε να πίνει γάλα μόνο όταν είχαν περάσει δυο μέρες από την ημερομηνία λήξης του. Υποπτευόταν πως η γεύση αυτή άρεσε και στον γάτο του κι έτσι γέμιζε το μπολάκι του με το γάλα που έπινε κι εκείνος. Οι ανορθόδοξες όμως προτιμήσεις του, χάρισαν στο ζωάκι του μια ολοκαίνουρια συνήθεια. Ο γάτος ξεκίνησε να κόβει συστηματικά βόλτες γύρω από την ουρά του κι εκείνος ικανοποιημένος αποφάσισε ότι είχαν αρχίσει να μοιάζουν αρκετά.

Η ιστορία του κέρδισε το πρώτο βραβείο και το ταχυδρομείο του έδωσε το μεγάλο έπαθλο. Απο τότε, δέκα μεγάλες συσκευασίες με άμμο για γάτες, στριμώχνονταν μέσα στην ανοιχτή ντουλάπα που τώρα χάζευε. Κι ας μην είχε για συγκάτοικο έναν γάτο που του μοιάζει, δεν ήθελε τις ξεφορτωθεί. Η ιδέα πως κάποια στιγμή ίσως κατάφερνε να φτιάξει αμμόκαστρα χωρίς θάλασσα του φαινόταν διασκεδαστική. Το τηλέφωνο σπάνια του έκανε την χάρη να χτυπήσει, γι αυτό τώρα ο ήχος του τον έκανε να αρχίσει να τρέχει ενθουσιασμένα κατά πάνω του. Μετά από αρκετή ώρα προσπάθειας και χωρίς χάρτη, χάθηκε ξανά. Ξαπλωμένος στον καναπέ του σαλονιού έφτιαχνε εικόνες στο ταβάνι του. Ήταν σίγουρος ότι οι εικόνες του είχαν μεγάλη φωτογένεια. Θα μπορούσε να φτιάξει ένα σωρό καρτ ποστάλ μ’ αυτές. Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο συναρπαστικές από εκείνες που όλες οι πόλεις οι άνθρωποι και τα τοπία θυμίζουν πάντα κάποια άλλα τοπία, ανθρώπους και πόλεις. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι οι ξεχασμένοι φίλοι του θα ζήλευαν πολύ όλα αυτά που έβλεπε στο ταβάνι αν τα φωτογράφιζε. Όταν ήρθε η στιγμή που τα μάτια του κουράστηκαν απ’όλες αυτές τις εικόνες, ξεκίνησε να περπατάει χωρίς προορισμό. Μετά από μερικά λεπτά ή μερικές ώρες περιπλάνησης βρέθηκε ανεβασμένος στο πατάρι. Άρχισε να ψαχουλεύει δίχως φως και όρεξη άχρηστα αντικείμενα. Βρήκε κασέτες χωρίς μουσική, λάμπες σβηστές, σπασμένα πλαστικά ποτήρια και μερικά αποτυχημένα χριστουγεννιάτικα δώρα.

Σταμάτησε το ψάξιμο όταν τα κόκκινα παιδικά του κιάλια τον ακούμπησαν τυχαία. Γλίστρησε στην άκρη του παταριού κι έτσι ψηλά όπως καθόταν, κοίταξε μέσα απ’ αυτά. Λιγοστά μέτρα πιο κάτω είδε την πόρτα που τόσο καιρό δεν φαινόταν πουθενά. Τελικά κρυβόταν πολύ πιο κοντά του απ’ότι περίμενε. Τα πόδια του που έτρεμαν από χαρά, ακούμπησαν το πάτωμα και τον μετέφεραν πίσω στο δωμάτιο του. Η διαδρομή μέσα στο σπίτι δεν του ήταν πια αδιάφορη και μπορούσε να την θυμηθεί απ’ έξω και ανακατωτά. Πήρε μια ξυλομπογιά και την ζωγράφισε στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του. Αύριο θα την μελετούσε προσεκτικά και θα έφτανε στην πόρτα. Μετά από τόσες μέρες περιπλάνησης, αύριο θα κατάφερνε να βγει επιτέλους έξω. Έβαλε ξυπνητήρι στο ρολόι από κουτιά και σίγουρος πως θα ξυπνούσε ακριβώς στις οχτώ και τέταρτο λίγο πριν το βράδυ, αποκοιμήθηκε.

Της Λίνης Ναφθάς

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας