Ηριδανός

Τα άστρα ήταν η μεγαλύτερη αγάπη του. Ο νυκτερινός ουρανός, οι απρόσιτοι αστερισμοί, οι γαλαξίες και οι τροχιές τους, οι ακατάληπτες αποστάσεις… Όλα αυτά τον μάγευαν, και ποιον δεν μαγεύουν εδώ που τα λέμε, αλλά αυτός τα ζούσε κιόλας, σα να είχε γίνει μέρος τους, σα να συμμετείχε κι αυτός σε αυτό το αστρικό πανηγύρι, σ’ αυτό το γλέντι των κόσμων. Συχνά μου μιλούσε για τα ονόματά τους, για την μυθολογία που έκρυβαν πίσω τους. «Υπάρχουν ζώα εκεί πάνω -μου έλεγε-, ποτάμια, θεοί και ήρωες, ιστορίες ολόκληρες ξετυλίγονται στο ουράνιο στερέωμα!». Καθόμουν και τον άκουγα με προσοχή και δέος, σα μικρό παιδί που του λένε παραμύθια. Άλλες φορές πάλι τον βασάνιζαν σκέψεις περίεργες. Περίεργες για τους άλλους˙ γι’ αυτόν αυτή η διαδικασία ήταν κάτι το πολύ φυσικό. «Μα τι άλλο ήρθα να κάνω εδώ κάτω, σε αυτήν την μία και μοναδική ζωή, αν όχι να στοχαστώ πάνω της, καθώς την ρουφάω μέχρι την τελευταία της σταγόνα;! Μετά έτσι κι αλλιώς θα επιστρέψω στ’ αστέρια…».

Αυτό γινόταν για χρόνια. Βέβαια είχε καταλήξει σε αρκετά συμπεράσματα και μάλιστα σε καίρια σημεία. Επί παραδείγματι, ήταν σίγουρος ότι ο κόσμος δεν είχε και ούτε θα έπρεπε να έχει κάποιο νόημα. Γιατί αυτό θα προϋπέθετε κάποιον ή κάτι που να του δώσει αυτό το νόημα. Και αυτός είχε προ πολλού αποβάλει κάθε θρησκευτικό αίσθημα, κάθε ανάγκη για πίστη στην ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος είχε πλήρως εξαλειφθεί. Ήταν γνήσιος άθεος, εκ πεποιθήσεως, που λέμε. Πάντα βέβαια χαιρόταν να συνομιλεί με αξιόλογους ανθρώπους, με ανθρώπους που τους απασχολούσαν αυτά τα θέματα. Υπαρξιακά, υπέρλογα, τα λένε οι πολλοί, αλλά αυτός δεν δεχόταν αυτούς τους όρους. Αυτά θα έπρεπε να μας απασχολούν όλους, έλεγε, και όχι τα δήθεν προβλήματα που μας πλασάρουν οι εκάστοτε κοινωνίες, ακριβώς για να ξεχάσουμε τα πραγματικά, τα σημαντικά και τα μεγάλα.

Γι’ αυτόν η ζωή ήταν μία και μοναδική. Και βέβαια δεν κατέληξε σε αυτό το πόρισμα επιστημονικώς-πως θα μπορούσε άλλωστε- αλλά καθαρά με κριτήρια φιλοσοφικά και ανθρωποκεντρικά. Και είχε εξηγήσεις… «Όταν κάτι είναι μοναδικό, ανεπανάληπτο και άπαξ εμφανιζόμενο, αποκτά έτσι την μέγιστη αξία.» Ο μπαγάσας! είχε βρει αυτό το τρομερό νοητικό τέχνασμα, για να υψώσει την ζωή ως εκεί που δεν πάει˙ ωραία θεωρία. Και συνέχιζε, «από την στιγμή λοιπόν που εμφανιζόμαστε σε αυτόν τον κόσμο και εφόσον γνωρίζουμε ότι θα εκλείψουμε ταχέως ή βραδέως, θνητοί γαρ, τι θα είναι αυτό που θα κυνηγήσω;» Και απαντούσε ο ίδιος… « Το υψηλότερο βέβαια! Το πιο ευγενές, το πιο ελεύθερο κι αληθινό! Και αυτό δεν είναι άλλο, από τον βίο και την πορεία, του στοχαστή ποιητή κύριοι.» Έτσι τελείωνε, με αυτήν την πλέον παροιμιώδη φράση του. «Τον στοχαστή ποιητή!» Τέτοιος ήταν κι ο ίδιος.

Έχει χαθεί εδώ και κάνα μήνα από τα στέκια. Συνήθως… το λιγότερο μια- δυο φορές το μήνα άνοιγε την πόρτα του καφενείου και κερνούσε ρακές όλη την παρέα. Ενίοτε μας μάζευε και στο σπίτι του, εκεί ήταν πιο ωραία… Πίναμε τα κρασιά μας, καπνίζαμε τα βαριά τσιγάρα μας και μετά μας διάβαζε ποίηση. Τι ωραίες στιγμές… Όμηρος, Σοφοκλής, Λουκιανός, Κάλβος, Σολωμός, Καρυωτάκης, Καβάφης βεβαίως καθώς και άλλους, αλλά και δημοτική ποίηση, ναι, της είχε μεγάλη αδυναμία. Μας ανέλυε μάλιστα και κάποιους στίχους που ο ίδιος θεωρούσε σημαντικούς. Πράγματι μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πόση σοφία έκρυβαν κάποιοι στίχοι. Ίσως βέβαια όλα αυτά ήταν δημιουργήματα δικά του, μιας και όταν εγώ άνοιγα κάνα βιβλίο στο κρεβάτι μου, δεν μπορούσα να βρω τα τόσο σημαντικά και μεγάλα νοήματα που έβλεπε αυτός. Μπορεί φυσικά και να είναι θέμα εμπειρίας αυτό ή απλά καλής αίσθησης, η ευαισθησία που λέμε. Όπως και να ΄χει, μου λείπουν όλα αυτά, σε όλους λείπουν. Δεν ήταν ο απόμακρος λόγιος τύπος, ήταν ο πιο ζωντανός απ’ όλους μας, αν και ψυχή μονήρης κατά βάθος, με πνεύμα ασκητικό. Τύπος ευγενής από τη φύση του. Όλες οι κινήσεις του είχαν κάτι το διαχρονικό. Όλα τα λόγια του κάτι το μοιραίο. Άνθρωπος παρεξηγημένος βέβαια απ’ τους πολλούς. Άλλα τι τον ένοιαζε; Τους είχε συγχωρέσει από καιρό αυτούς…

Θυμάμαι την τελευταία μας κουβέντα, πριν εξαφανιστεί. Ήταν πριν περίπου δυο βδομάδες, όταν μετά από ένα δείπνο βγήκαμε οι δυο μας στη βεράντα για τσιγάρο. Είχε μια υπέροχη ξαστεριά και ένα γλυκό αεράκι μας χάιδευε τα μαλλιά. Με το ποτήρι στο χέρι τότε, γύρισε και μου είπε, κοιτώντας τον ουρανό. «Αύριο θα καβαλήσω τη ζωή και θα χαθώ» Που θα πας; -τον ρώτησα- θέλω να ‘ρθω και γω! Γέλασε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Δεν τον ξαναείδα μετά από κείνο το βράδυ. Τον επόμενο μήνα εκδόθηκε η μία και μοναδική ποιητική συλλογή του. Μου την έφεραν τα παιδιά στο σπίτι, εγώ δεν είχα ιδέα γι’ αυτήν. Άνοιξα την τελευταία σελίδα -σαν από ένστικτο- και διάβασα…

«Όσο για σένα που με ρώτησες που πάω, θα σου πω.
Πάω να κολυμπήσω τώρα, εδώ πιο πάνω
στον μεγάλο Ηριδανό.»

Toυ Στράτος Κ.

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    1. Ο/Η Μαρία λέει:

      Ο “Ηριδανός” με συγκίνησε. Ωραία αφήγηση και πρωτίστως, περιεχόμενο. Κείμενο με ουσία και νόημα. Πάντα τέτοια εύχομαι στον συγγραφέα του!

    Αφήστε μια σκέψη σας