Ελαφροβραδιά

Μεγάλη ζέστη. Ο ήλιος έμπαινε από το σκονισμένο τζάμι στο δωμάτιο. Έπεφτε πάνω στα έπιπλα, στο μισοάδειο ποτήρι του καφέ , στα στοιβαγμένα βιβλία, στις μισοτελειωμένες παλέτες. Ο σκύλος της γειτόνισσας γάβγιζε αλύπητα στην κάψα του μεσημεριού.

Έβλεπα την πλάτη του και την ιεροτελεστία του μπράτσου του , να σηκώσει την βελόνα του πικάπ , να την ακουμπήσει πάνω στον δίσκο και να πλημμυρίσει το δωμάτιο η φωνή του John Lurie .Το πικάπ είχε έρθει μαζί του. Απόκτημα από ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ. Ήταν η εποχή των προσδοκιών.

– Δεν είναι καλοκαίρι για όλους , μου λες.

Είναι απλήρωτα όλα . Και μετά που να πάω; Τα ίδια σε κυνηγάνε παντού. Κάνω και τις θεραπείες τώρα.

– Θέλεις να σου φέρω τίποτα απ ‘έξω;

-Φέρε μου αν γίνεται την σιωπή. Μπορείς να μου φέρεις την σιωπή;

Πως είναι διάολε η σιωπή αναρωτήθηκα.

-Θα καθίσεις πολύ κοντά στ’ αυτί μου και θα μου την φέρεις. Θα μοιραστούμε το αεράκι που σηκώνει ανεπαίσθητα την άμμο ψηλά. Τ΄ αλμυρίκια που γλύφουν σιωπηλά τ΄ απογεύματα τα βράχια. Τα γυμνά πέλματα που τσαλαβουτούν περπατώντας απ΄ άκρη σ΄ άκρη στην αμμουδιά κουβαλώντας στα χέρια τα πάνινα. Την σιωπή του μεσημεριού με τα τζιτζίκια ολόγυρα , ενώ το βρεγμένο σου μαγιό στεγνώνει στην απλώστρα. Θα ταξιδέψουμε σε μια βραδινή σιωπή στο μπαλκονάκι με θέα στα φώτα του χωριού . Σε εκείνη την ελαφροβραδιά, που δεν κουβαλά καμιά προσδοκία , που της φθάνει και της περισσεύει αυτό που είναι εκείνη ακριβώς την στιγμή. Ό,τι είναι , όπως είναι, αφού είναι.

-Έλα ένα απόγευμα να μου φέρεις την σιωπή, συνεχίζεις. Η αγαπημένη μου ώρα της μέρας είναι το απόγευμα. Είναι λίγο μετά την μέση της μέρας . Το φως είναι πλάγιο. Μισοκατεβάζω και τις γρίλιες και σχηματίζονται κάτι όμορφες συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Μου αρέσουν αυτές οι τρυπούλες πολύ.

Έφυγα για λίγο , βγήκα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω. Δεν ξέρω ακριβώς πόσο έλειψα. Γύρισα ένα απόγευμα. Τον βρήκα να ζωγραφίζει . Το φως έμπαινε πλάγιο από τις γρίλιες και έκανε τις συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Κάθισα ήσυχα δίπλα του. Έσκυψα στ΄ αυτί του και του ψιθύρισα τον ήχο της σιωπής. Τον είχα μάθει πια. Έκανα και άλλους ήχους. Τους γλάρους, τα κύματα, τις πέτρες. Μου έσφιξε το χέρι .Έμεινα δίπλα του , χωρίς προσδοκίες. Σηκώθηκε να διαλέξει δίσκο. Μουσική υπόκρουση στην ελαφροβραδιά.

Της Αννίτας Λουδάρου

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας