Η αίθουσα με τους καθρέφτες

Πριν μπω στην αίθουσα με τους καθρέφτες δεν είχα ποτέ ως τότε γυρέψει τη μορφή μου. Σαν κάποιος που ξεχνάει το πρόσωπο του εστιαζόμενος στα πρόσωπα των άλλων τόσο που με τον καιρό λησμονεί τη εικόνα του, έτσι με ξάφνιασαν οι αντανακλάσεις που αντίκρισα ξαφνικά μπροστά μου στο μέρος εκείνο. Διερχόμενος μπροστά από κάθε επιφάνεια μου επιστρέφονταν κι ένα αλλιώτικο είδωλο, παρουσιάζοντας με τόσο αλλόκοτο που σκέφτηκα πως σκόπιμα με φόρτωνε με τις δικές της παραμορφώσεις. Και τα ψεγάδια που εμφάνιζε για δικά μου μήπως δεν ήταν παρά σημάδια στην επιφάνεια του γυαλιού; Όταν όμως πλησίασα πιο κοντά έβλεπα πως κάθε επιφάνεια ήταν διαυγής και από την γωνία που βρισκόταν στ’ αλήθεια δεν μπορούσε να επιστρέψει διαφορετική εικόνα. Ποιο απ’ όλα τα διαφορετικά είδωλα ήμουν στ’ αλήθεια;

Σε μια στιγμή οι καθρέφτες σα συγχρονισμένοι μεταμορφώθηκαν σε οθόνες που κάθε μια ξεκίνησε να παίζει σα ταινία μια διαφορετική ιστορία.Μια κοπέλα ακουμπισμένη στο παράθυρο ενός τραίνου, ένα νεαρός να προχωράει ολοένα και βαθύτερα στο δάσος, ένα αγόρι που κρατάει ένα χαρταετό κι ένα άλλο πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Στιγμιότυπα που εναλλάσσονταν πάνω στις επιφάνειες αποκαλύπτοντας μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας διαφόρων προσώπων. Παρ’ ότι τα πρόσωπα μου ήταν εντελώς άγνωστα μου φαίνονταν με κάποιο τρόπο οικείες οι παραστάσεις που απεικονίζονταν. Σαν κάποτε να τις είχα φανταστεί ή να τις είχα ονειρευτεί κάποιο μακρινό βράδυ.

Στιγμές ευτυχίας, αγωνίας, προσμονής, φόβου εναλλάσσονταν στα πρόσωπα που περνούσαν το ένα μετά το άλλο. Πορεία μέσα από ανθρώπους, εποχές, καταστάσεις που έφταναν σαν τα κύματα η μια μετά την άλλη μέσα από τοπία που διαδέχονταν άλλα τοπία. Σα να διηγιόταν κάθε καθρέφτης μια ιστορία, μια εξομολόγηση μέσω των εικόνων, αποκαλύπτοντας μια πραγματικότητα κάθε φορά μοναδική μέσα στην τραγικότητα και στη μαγεία της.

Όσο άγνωστη κι αν φάνταζε αρχικά κάθε ιστορία που έδειχνε η οθόνη, γεννούσε κάθε φορά γνώριμα συναισθήματα, ταυτιζόμουν νοητά με τον πρωταγωνιστή, συναισθανόμενος κάθε του προσμονή και αγωνία. Ώσπου μια φωνή άρχισε να μιλά εντός μου. Έλεγε: «Αν όλα αυτά μοιάζουν σα να τα έχω ζήσει εγώ, σε τι διαφέρω από τους άλλους; Κι αν εφεύραμε τον εγωισμό μη αποδεχόμενοι πως όλοι, κάτω από τις εξωτερικές συμπτώσεις και περιστάσεις, ζούμε εσωτερικά την ίδια ζωή; Κι αν φοράμε όλοι μάσκες για να κρύψουμε την ομοιότητα μας;»

Τότε ήταν που άκουσα για πρώτη φορά τους καθρέφτες σαν διαβάζοντας τη σκέψη μου, να απαντούν: «Ο κάθε Άλλος που διακρίνεις, είσαι εσύ!»

Του Shortstory.gr // Σκίτσο WizzDono

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας