Μια στιγμή

Μια γυναίκα καθόταν μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο χαζεύοντας τ’ άστρα που αναβόσβηναν σαν άγρυπνοι φάροι της νύχτας. Κάπνιζε, κι ο καπνός απ’ το τσιγάρο σχημάτιζε δαχτυλίδια που αναδύονταν αργά απ’ τα χείλη της τόσο που έλεγε κανείς πως κάτι καίγονταν μέσα της που έβγαινε απ’ τα σπλάχνα της λυτρωμένο προς τον ουρανό. Απέναντι στερεωμένος από αιώνες ένας ναός αφιερωμένος σε κάποιο αρχαίο θεό, γυμνός πια, μισογκρεμισμένος με τους κίονες του να χάσκουν σαν σκουριασμένες χορδές μιας σπασμένης άρπας. Κάποιοι προβολείς μονάχα στόχευαν πάνω του τονίζοντας τη μοναξιά του μέσα σε δυνατή λάμψη.

Ένας άνεμος κατέβαινε ψηλά απ’ τον αρχαίο λόφο, παγωμένος, σα να ερχόταν από πολλούς αιώνες πίσω. Παράσερνε στο πέρασμα του φύλλα και σπασμένα κλαδιά. Γύρω το τοπίο έρημο με το κρύο να έχει κλειδώσει τους πάντες στα σπίτια τους, τα παράθυρα φωτισμένα έμοιαζαν με μάτια ανοιχτά κι οι σκιές που μέσα τους αδιάκοπα πηγαινοέρχονταν, σαν ηθοποιοί μιας παράστασης βουβής.

Ο τόπος, γεμάτος μαρμάρινες στήλες και απομεινάρια αρχαίων κτισμάτων έμοιαζε με κοιμητήριο όπου οι μύθοι μιας περασμένης εποχής είχαν επιλέξει να ταφούν. Η σκιά τους έμοιαζε να υποβάλλει τους δικούς της νόμους στους ζωντανούς, σκεπάζοντας τους μ’ ένα αόρατο δίχτυ που δεν θα μπορούσαν, ακόμα κι αν το ήθελαν να διαπεράσουν. Κι εκείνοι ενδόμυχα σα να γνώριζαν πως δεν ήταν πάρα προσωρινοί ένοικοι στο θέατρο ετούτο των αιώνων ακολουθώντας μια λιτανεία νεκρών προπατόρων. Υπήρχε ανάμεσα τους μια σιωπηλή συμφωνία υποταγής των ζώντων απέναντι στην άγρυπνη ιστορία των νεκρών.

Τότε ακούστηκε ένας δυνατός κρότος μέσα στην νύχτα, ένα ακαριαίο χτύπημα τόσο δυνατό που ήταν σα να έβγαινε από τα σωθικά της γης. Η γυναίκα πέταξε το μισοκαπνισμένο τσιγάρο, έκλεισε το παράθυρο και βγήκε έξω. Έψαξε για λίγο με το βλέμμα της τριγύρω, μα σα δε διέκρινε τίποτα πήρε στην τύχη μια κατεύθυνση γυρεύοντας να βρει την πηγή του θορύβου. Οι δρόμοι ήταν ανάστατοι, γεμάτοι κόσμο που απορημένος τριγυρνούσε προσπαθώντας να μάθει τι συμβαίνει.

Λίγους δρόμους παρακάτω, κοντά στην πλατεία είδε πολλούς σταματημένους. Πλησιάζοντας βρήκε πόρτες ανοιχτές να πλημμυρίζουν το δρόμο με κίτρινο φως. Ένα ανθρώπινο πηγάδι είχε δημιουργηθεί γύρω από κάτι. Μπλέχτηκε μέσα στο πλήθος, προχώρησε σπρώχνοντας πιο μπροστά και είδε: Σπασμένα ξύλα και κομμάτια από μάρμαρο σκορπισμένα στην άσφαλτο. Κάποιος μίλησε για αρχαιοκάπηλους που είχαν κλέψει ένα άγαλμα από το κοντινό μουσείο και προσπαθώντας να το μεταφέρουν μέσα σε κιβώτιο, τους έπεσε σκορπίζοντας στο δρόμο. Ένας άντρας μετακίνησε ένα βαρύ κομμάτι ξύλο αποκαλύπτοντας το αποκομμένο πια κεφάλι του αγάλματος. Μεμιάς απλώθηκε απόλυτη σιωπή κι όλοι ακινητοποιήθηκαν στις θέσεις τους. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά μα αδειανά, στραμμένα στο κενό. Εκείνη το κοίταζε μαρμαρωμένη διαισθανόμενη ένα σφίξιμο στο στέρνο και την καρδιά της να χτυπάει γρηγορότερα.

Σε μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα και είδε κάτι απρόσμενο. Τα μάτια των άλλων γύρω της ήταν γεμάτα δάκρια, σα να βρισκόταν μπροστά σε νεκρό και τον θρηνούσαν. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι ανάσες τους ακούγονταν βαριές, σαν μετατρέπονταν σε καπνό στην παγωμένη νύχτα. Έπειτα από λίγο κάποιος γονάτισε παίρνοντας στα χέρια του ένα σπασμένο κομμάτι και με ευλάβεια θρησκευτική το κράτησε στην αγκαλιά του σα να ήταν βρέφος ζωντανό. Ένα κομμάτι απ’ το μπράτσο του αγάλματος που είχε ταξιδέψει μέσα απ’ τα σπλάχνα της γης αμέτρητους αιώνες στο σκοτάδι και τη σιωπή. Τότε ήταν που κάτι την σκίρτησε κι ασυναίσθητα σήκωσε το βλέμμα της ψηλά. Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό που σκέπαζε ως τα πέρα την πολιτεία, της φάνηκαν πως πέρασαν όλοι μαζί, για μια στιγμή, στη σφαίρα της αιωνιότητας.

Του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας