Άγγελος

Όσοι τον είχαν δει έλεγαν πως έβγαινε μόνο τις νύχτες. Περιπλανιόταν έλεγαν σαν ξωτικό στις στέγες των σπιτιών διασχίζοντας απότομες επιφάνειες πολλά μέτρα ύψος από το έδαφος. Για καιρό μυστήριο τύλιγε την σκιώδη μορφή, ώσπου βρέθηκε κάποιος που ήξερε την ιστορία του. Παιδί μιας προβληματικής οικογένειας, που η πρόνοια πήρε απ’ τους γονείς δίνοντας τον στο ορφανοτροφείο. Όταν απέδρασε λίγα χρόνια αργότερα, οι γονείς του είχαν φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση, από τότε κανείς δεν ξέρει που μένει, πως ζει και γιατί περιπλανιέται. Με τον καιρό τον αποδέχτηκαν σαν άλλο ένα πλάσμα της νύχτας συνηθίζοντας την παρουσία του.

Στο ορφανοτροφείο ήταν πάντοτε μόνος, τις ελεύθερες ώρες δεν ασχολούνταν με δραστηριότητες, μονάχα στεκόταν σ’ ένα σημείο του προαυλίου που του επέτρεπε να βλέπει μια μακριά λωρίδα θάλασσα να φεύγει και να έρχεται γλιστρώντας στην ακτή. Συχνά κάποιο πλοίο εμφανιζόταν για λίγο μέχρι να χαθεί μικροσκοπικό στον ορίζοντα. Αυτό όμως που του άρεσε περισσότερο στο τοπίο ήταν οι γλάροι που χόρευαν πάνω απ’ τα κύματα με τα φτερά απλωμένα, όπου με μια απότομη κίνηση πετάγονταν ψηλά και χάνονταν. Να ‘χε κι αυτός φτερά μ’ ένα τίναγμα να υψωθεί, να εξαφανιστεί από τα βλέμματα που συνεχώς τον περιεργαζόταν. Ήταν μια σκέψη που τον ακολουθούσε κάθε βράδυ σαν επίμονο όνειρο. Μια νύχτα άνοιξε το παράθυρο του κοιτώνα, πιάστηκε από τον υδροσωλήνα της οροφής και ανέβηκε στη στέγη. Από ‘κει αντίκρισε για πρώτη φορά τον απλωμένο ωκεανό κάτω από ένα αναμμένο φεγγάρι που τον ασήμιζε ως τα πέρα. Ζαλίστηκε μια στιγμή απ’ την ομορφιά του τοπίου. Περπάτησε προσεκτικά μέχρι το σημείο που η οροφή ακουμπούσε σε μια μάντρα προς ένα κεκλιμένο τοίχο. Από εκεί αφέθηκε να γλιστρήσει μέχρι κάτω, στο δρόμο.

Το πρώτο βράδυ πήγε εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι του. Τον κήπο πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο κατάφυτο. Γύρεψε στη γωνία το τριαντάφυλλο του, μα είχαν φυτρώσει πολλά, δεν μπορούσε να το ξεχωρίσει, όλα του φαίνονταν το ίδιο όμορφα ακόμα κι αποχρωματισμένα απ’ το σκοτάδι. Στάθηκε μπροστά σ’ ένα μικρό που είχε ακόμα τα πέταλα του κλειστά, το κράτησε τρυφερά στο χέρι του, παλιές εικόνες τον κατέκλισαν ξαφνικά, ένα δάκρυ ένιωσε να του ξεφεύγει στο παγωμένο χώμα. Πλησίασε στο παράθυρο, το άνοιξε και πήδηξε μέσα. Την απόλυτη ησυχία διέκοπτε το τικ-τάκ ενός ρολογιού. Ήταν όλα τόσο αλλιώτικά σαν να είχε ζήσει εκεί σε κάποια άλλη ζωή. Ανέβηκε αθόρυβα τη σκάλα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο. Μέσα βρήκε δυο ανθρώπους να κοιμούνται. Ξάπλωσε ανάμεσα τους αθόρυβα. Άπλωσε το χέρι και αγκάλιασε το ένα σώμα. Τότε αυτό στράφηκε προς το μέρος του φανερώνοντας το πρόσωπο του. Τρόμαξε κι αποτραβήχτηκε. Ένας άγνωστος βρισκόταν στη θέση που κοιμόνταν πάντοτε ο πατέρας του. Στράφηκε προς το γυναικείο σώμα. Ξένο κι αυτό. Γλίστρησε απ’ το κρεβάτι τρέμοντας και ξάπλωσε στο πάτωμα. Ένιωσε το κρύο να τον διαπερνά όμως δεν ήθελε να σηκωθεί. Αντίθετα επιθυμούσε να παγώσει ώσπου να μην αισθάνεται το σώμα του, να γίνει ένα κομμάτι του πατώματος, να βουλιάξει μέσα του ώσπου να βυθιστεί στην αγκαλιά της γης.

Το παράθυρο της σοφίτας που κοίταζε στο λόφο με τις μαρμάρινες κολώνες ήταν κλεισμένο. Σ’ εκείνο το δωμάτιο πόσο του άρεσε άλλοτε, να κάθεται ώρες ολόκληρες παρατηρώντας στον ουρανό τα χελιδόνια να κινούνται σε σχηματισμούς σαν ένα σώμα που μεταμορφωνόταν αδιάκοπα αναζητώντας την τελική μορφή του. Άλλοτε πάλι όταν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έμπαινε ορμητικός αέρας του φαίνονταν πως ερχόταν μια μουσική από ψηλά, σαν οι αρχαίες κολώνες να είχαν μεταμορφωθεί σε χορδές κι έπαιζαν μια γλυκιά μελωδία, χαϊδεμένες από κάποιο αόρατο χέρι. Γύρεψε κάτω από την κούφια σανίδα το κουτί του. Ήταν εκεί ανέγγιχτό απ’ τον καιρό και τα ξένα χέρια. Μέσα του έκρυβε τους θησαυρούς του. Μια μικρή ξύλινη σβούρα που του είχε πάρει από ένα πανηγύρι η μητέρα του, μια σελίδα τετραδίου με σκιτσαρισμένο το πρόσωπο του από την συμμαθήτρια του την Ελένη με την οποία ήταν ερωτευμένος και σε ένα διάλλειμα την πλησίασε ζητώντας της να τον σχεδιάσει απλά για να έχει μια δικαιολογία να την κοιτάζει για λίγο στα μάτια. Στον πάτο βρήκε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία που έδειχνε αυτόν με τον πατέρα του να κοιτούν ο ένας τον άλλο ανταλλάσοντας χαμόγελα. Έκλεισε το κουτί και το έβαλε πίσω στη θέση του. Άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, πάτησε σταθερά στο δεξί παραθυρόφυλλο κι μ’ ένα άλμα βρέθηκε στη στέγη.

Από τότε κάθε νύχτα περιπλανιόταν σαν σκιά πάνω απ’ την πόλη. Παραβίαζε στα σκοτεινά παράθυρα γλιστρώντας διακριτικά στα σπίτια. Παρατηρούσε με προσοχή κάθε αντικείμενο στο χώρο προσπαθώντας να βρει κάτι οικείο. Περιεργαζόταν τις φωτογραφίες γυρεύοντας μέσα απ’ τα ξένα πρόσωπα μια γνώριμη εικόνα, κάποιο στιγμιότυπο ενός παρελθόντος που θα τον περιελάμβανε. Άλλοτε έμπαινε στα υπνοδωμάτια κι αφού στεκόταν όση ώρα χρειάζονταν τα μάτια του για να συνηθίσουν στο σκοτάδι εξέταζε προσεκτικά τα γαλήνια πρόσωπα που κοιμούνταν. Όταν τύχαινε να μπει σε κάποιο παιδικό δωμάτιο έπιανε απ’ τα ράφια παιχνίδια και τα περιεργαζόταν. Όταν πεινούσε πήγαινε στην κουζίνα, έψαχνε στο ψυγείο γάλα ή κάποιο φρούτο κι έτρωγε μόνος του πρωινό στο τραπέζι. Νωρίς το πρωί έφευγε όπως έμπαινε, δίχως τον παραμικρό θόρυβο.

Μονάχα όταν ανέβαινε στην κορυφή του λόφου ένιωθε λιγότερο μόνος. Καθόταν στον βράχο απέναντι από την σειρά των γυναικείων αγαλμάτινων μορφών που έστεκαν αιώνες τώρα κοιτάζοντας την πόλη από κάτω να αλλάζει. Έμοιαζαν εγκαταλελειμμένες από την εποχή τους σ’ ένα καινούργιο κόσμο σαν εξορισμένες στην άκρη της πόλης με μόνες τους άμυνες την ομορφιά και το σκληρό υλικό του κορμιού τους. Ήταν φορές σαν έβρεχε που διέκρινε ρυάκια να κυλούν στα μάτια τους τα δάκρυα τόσο που πίστεψε πως περιμένουν στη βροχή για να λυθούν σε κλάματα δίχως να γίνουν αντιληπτές, θρηνώντας την ορφάνια τους βουβά.

Πολλά βράδια τον έβρισκαν ξαπλωμένο σε κάποια σκεπή να παρατηρεί τους φωτεινούς σχηματισμούς στο σκοτεινό στερέωμα. Σκεφτόταν πως ο ουρανός είναι μια αχανή έρημος και αυτά τα φωτεινά σημάδια ήταν η άμμος της, όπως η γη έτσι κι ο ουρανός ήταν γεμάτος άγονες εκτάσεις, αισθάνθηκε για μια στιγμή εγκλωβισμένος από παντού. Μοναδική διαφυγή κατέληξε, ένα αγαπημένο πρόσωπο που θα διώξει με την ζεστασιά του τον παγωμένο χειμώνα της ορφάνιας. Αποφάσισε πως θα συνέχιζε να το ψάχνει, σαν κρυμμένο ήλιο στα σκοτάδια.

Του Shortstory.gr // Σκίτσο Gay McKinnon

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας