Βροχή

Από το πρωί δεν είχε σταματήσει να βρέχει. Πλημμύρισαν οι δρόμοι, ρυάκια έτρεχαν στα πεζοδρόμια, από τις στέγες των σπιτιών γλιστρούσαν ριπές νερού από τα σκοτεινιασμένα σύννεφα, οι άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από κάποιο κατάλυμα ή προσπαθούσαν να καλυφθούν όπως-όπως κάτω από τα πανωφόρια τους. Εκείνη όμως αγαπούσε κάθε φορά που έβρεχε να νιώθει τις σταγόνες να γλιστρούν πάνω της, το βίωνε σα βάπτιση, σα καθαρμό, σα λύτρωση. Περπατούσε ολομόναχη στους ερημωμένους δρόμους κι ενώ αστραπές άναβαν απάνω της τον ουρανό, απολάμβανε τον επαναλαμβανόμενο ήχο των σταγόνων καθώς ψιθύριζαν το παρηγορητικό τραγούδι τους. Βγήκε στη λεωφόρο που είχε γίνει μικρή λίμνη με σταματημένη κάθε κυκλοφορία και χάρηκε που η φύση έδειχνε τη δύναμη της πάνω στην ανθρώπινη αλαζονεία ακινητοποιώντας τη βιαστική ζωή της πόλης που δεν ήθελε να χάνει ούτε δευτερόλεπτο.

Ύστερα από λίγο βρέθηκε στα καλντεριμωτά σοκάκια μιας γειτονιάς. Απ’ τα παράθυρα μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπα που παραξενεμένα, την κοίταζαν πίσω απ’ τα τζάμια. Αυτή η τόσο γνώριμη αίσθηση πως είναι ολότελα ξένη, επανήλθε τόσο έντονα, που το ‘νιωσε σα σφίξιμο στο στέρνο. Φανταζόταν συχνά τον εαυτό της σαν εξόριστη μιας ονειροχώρας που τριγυρνούσε στον κόσμο με μια θλίψη κρυμμένη για τη χαμένη της πατρίδα. Κοντοστάθηκε σ’ ένα τοίχο να διαβάσει κάτι που ‘ταν γραμμένο. Ήταν ένα σύνθημα: «Η ομορφιά θα σας νικήσει» γραμμένο με μεγάλα γαλάζια γράμματα. Ήταν το μοναδικό χρωματιστό σημείο σ’ ολόκληρη την γκρίζα γειτονιά. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί την ομορφιά ως κάτι ισχυρό, την είχε συνδέσει με κάτι εύθραυστο που χρίζει προστασίας για να μην καταπατηθεί. Δεν είχε φανταστεί ποτέ πως η ομορφιά μπορεί να αντεπιτεθεί στη βαρβαρότητα και στην ασχήμια που την απειλούσαν σε κάθε σημείο του κόσμου.

Σ’ αυτή την άσχημη πόλη σκεφτόταν πόσο πρέπει να παλέψει κανείς επιστρατεύοντας όλες του τις δυνάμεις προκειμένου για μια φευγαλέα στιγμή ν’ ακούσει την σπάνια φωνή της ομορφιάς και να αισθανθεί τη μικρή ζωή του να αποκτά ξαφνικά νόημα μέσα στο παράλογο σύμπαν που τον περιβάλλει. Πόσο πρέπει κάποιος να ματώσει τα χέρια του ξύνοντας την επιφάνεια της μικρότητας και του ατομικισμού που σκεπάζει σα πυκνή πάχνη τα πάντα. Πώς να ανασκάψει για να φέρει στο φως τα θραύσματα μιας αρχαίας, λησμονημένης αυθεντικότητας; Αναρωτιόταν πολλές φορές πόσο η μορφή της πόλης συνόρευε με αυτή των κατοίκων της, πόσο η ασχήμια του ενός τροφοδοτούσε αυτή του άλλου, σαν αρρώστια που κατέτρωγε με την ίδια δύναμη έμψυχο και άψυχο υλικό.

Βγαίνοντας στον κεντρικό πεζόδρομο είδε κόσμο πολύ στριμωγμένο σ’ ένα πολυκατάστημα, φορτωμένο τσάντες να περιμένει σε ουρές μπροστά απ’ τα ταμεία. Το είχε αντιληφθεί εδώ και καιρό πως η συγκίνηση που δεν μπορεί πια να βιωθεί μέσα από τη σχέση με τους άλλους, γυρεύει να αγοραστεί σε ράφια καταστημάτων. Και τα χέρια που δεν μπορούν να γεμίσουν με την ζεστασιά άλλων χεριών ψάχνουν καταφύγιο σε αντικείμενα. Τι κρίμα μονάχα, να μην μπορεί η απόλαυση που δίνουν να γίνει έστω και για μια στιγμή χαρά, μα σαν το χέρι του Μίδα να μη χορταίνει με ότι αγγίζει ζητώντας ολοένα κάτι άλλο να γεμίσει το κενό που ολοένα μεγαλώνει.

Μικρή της άρεσε να φαντάζεται πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος όπου ζούσαν μονάχα οι απραγματοποίητες ζωές εκείνων που από φόβο ή δειλία δεν ακολούθησαν την αληθινή τους φύση, ίσως γιατί της άρεσε να πιστεύει πως τίποτα όμορφο δεν χάνεται όταν το διώχνουν ή το ξεχνούν, παρά μεταναστεύει αλλού ζώντας μια αυτόνομη ύπαρξη. Ήταν μια θεωρία που είχε εφεύρει για ν’ αντέξει την απογοήτευση που έβλεπε γύρω της, τα κατασκευασμένα όνειρα από αριθμούς, τη σταδιοδρομία τυποποιημένη σε κουστούμια και χαρτοφύλακες. Αυτήν την απομίμηση ζωής, την εξωραϊσμένη καρικατούρα που πρόβαλε ως πρότυπο, την έβλεπε πάντα σαν καλοστημένη διαφήμιση που αποκρύπτει τις συνέπειες αυτού που προβάλλει. Δεν μπορεί, κάπου αλλού οι ζωές θ’ ακολουθούν τον προορισμό τους, δεν είναι δυνατόν να έχουν μονάχα μια ευκαιρία και να την σπαταλούν έτσι μέσα στη ματαιότητα μιας μαζικής ψευδαίσθησης.

Θυμήθηκε την εποχή που ήταν μικρή, τότε που το μέρος ήταν ακόμα γειτονιά, και στα κτήρια που τώρα στοιβάζονται εταιρείες, ζούσαν οικογένειες. Τις Κυριακές σαν περνούσε με το ποδήλατο, απ’ τ’ ανοιχτά μπαλκόνια άκουγε τραγούδια, παιδιά με χρωματιστά μπαλόνια έπαιζαν στην πλατεία, μα περισσότερο απ’ όλα, ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά της ο ήχος του πιάνου που ερχόταν απ’ το αρχοντικό κτήριο που τώρα είχε γίνει τράπεζα. Με τη λευκή κουρτίνα ν’ ανεμίζει στο μεγάλο μπαλκόνι, τη μελωδία ν’ απλώνεται παντού κάνοντας τις στιγμές εκείνες να μοιάζουν με μυσταγωγία ονείρου, ανάγλυφα αιωνιότητας στο φευγαλέο του καιρού. Ίσως γι αυτό αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά της ο σκοπός του, τόσα χρόνια μετά, στη μεταμορφωμένη μεγαλούπολη.

Συχνά επέστρεφε εκείνη η απορία: Πως φυλάσσει κανείς την ομορφιά του μέσα στον άσχημο μικρόκοσμο που του έλαχε να ζήσει; Κάθε μέρα στο τραίνο παρατηρούσε τα πρόσωπα γύρω της. Σκυθρωπά, βουτηγμένα σε σκέψεις σαν ν’ αποχώρησαν μόλις από μάχη χαμένη ή σαν να προετοιμάζονταν για νέες, λαμπρότερες πανωλεθρίες. Κατευθύνονταν σε εργασίες που έβλεπαν ως καταναγκασμούς προκειμένου να συντηρηθεί το αβάσταχτο βάρος της επιβίωσης και της ανακουφιστικής κατανάλωσης. Πότε νοθεύτηκε από τόσο υλισμό η ψυχή και μέσα στην πληθώρα των επιλογών, δεν βρήκε τα ελάχιστα που της αρκούσαν για να ευτυχήσει; Οθόνες που αναπαράγουν επιθυμίες προβάλλοντας την ευχαρίστηση του σώματος φτωχαίνοντας τις αισθήσεις, αφυδατώνοντας κάθε ζωτική δύναμη. Συμβουλές μεταμορφώσεων από την ανθρώπινη ατέλεια στην τυποποιημένη ομορφιά, ενδυματολογικές προτάσεις για λαμπρές εμφανίσεις προς αποθέωση των ηρώων του εφήμερου.

Δίχως να το καταλάβει είχε φτάσει στο ψηλότερο σημείο της πόλης, στο λόφο απ’ τον οποίο διακρίνονταν σχεδόν ολόκληρη η έκταση των κατοικιών ως τα πέρα, στο σημείο που ξεκινούσε η θάλασσα. Τέτοια ήταν η ορμή των σκέψεων που την κινούσαν, που δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε εκεί, σαν τα βήματα της να την οδηγούσαν τυφλά στο μέρος εκείνο. Από ‘κει έφταναν τόσο εξασθενημένοι οι θόρυβοι που έμοιαζαν με βουητό από απόμακρο μελίσσι. Από ένα τέτοιο ύψος συλλογίστηκε, φανερώνονταν η πραγματική διάσταση του μικρόκοσμου που συνθέτει την πόλη, ότι κι αν επιτύχει ο άνθρωπος πάντα θα φαντάζει τόσο μικρό κάτω απ’ αυτή την προοπτική. Στάθηκε με τα μάτια κλειστά αφήνοντας τις σκέψεις της να παρασυρθούν απ’ τον χείμαρρο των σταγόνων που άδειαζαν τα σύννεφα.

Σαν άνοιξε τα μάτια της η βροχή είχε σταματήσει δίνοντας τη θέση της σε μια δεσμίδα χρωμάτων ενός ουράνιου τόξου που σχημάτιζε ημικύκλιο στον ουρανό. Ο ναός στο απέναντι ύψωμα βρεγμένος ακόμα, θάμπωνε τα μάτια της λουσμένος απ’ το αιώνιο φως που προίκιζε τον τόπο. Κι αν στα χρόνια που επέμενε ο ήλιος το σκοτάδι των ανθρώπων δεν είχε νικηθεί, το τοπίο γύρω της που έμοιαζε βγαλμένο από ένα ξεχασμένο παράδεισο δεν της επέτρεπε την θλίψη. Ίσως χρειαζόταν χρόνος ακόμα μέχρι να γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος, απαλλαγμένος απ’ τις πλάνες της σύγχυσης του. Είχαν οι άνθρωποι πολύ δρόμο να βαδίσουν ακόμα μέχρι ν’ ανακαλύψουν το χρώμα πίσω απ’ το σκοτάδι εναρμονιζόμενοι με την ευλογία της πατρίδας τους. Ίσως είχε δίκιο ο τοίχος. Η ομορφιά δεν μπορούσε παρά να νικήσει στο τέλος.

Toυ Shortstory.gr  //  Σκίτσο DYBO

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας