Πάστα Μύλου

«Κολλημένη!», αυτή η μετοχή με τραβηγμένο ηχητικά το «ένη», -όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις μετοχές γένους θηλυκού, από τη «μαγεμένη» , μέχρι και την «πεθαμένη»- παράδερνε στα μαλακά τοιχώματα του εγκεφάλου της, καθώς περπατούσε.

Έτσι συνήθιζε να την αποκαλεί εκείνος για να την πειράξει τρυφερά στην αρχή του έρωτά τους , πιο συχνά αργότερα όταν δεν μπορούσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιες απ’ τις αντιδράσεις της. Έτσι τη φώναξε πολλές φορές, τονίζοντας με σκληρή ένταση το «ένη», βολική δικαιολογία, εύστοχη ευγενική βρισιά για να συνοδεύσει λεκτικά τον προαναγγελθέντα χωρισμό τους.

Ήταν ήδη τρεις μέρες στο νησί και παρ’ όλη την προπαγάνδα ομορφιάς που μελωδούσαν γύρω της όλα τα στοιχεία της φύσης και οι γητευτές των αισθήσεων, αυτή δε μπορούσε ν’ αγγίξει ούτε καν τ’ ακροδάχτυλα μιας φτωχής παρηγοριάς, εγκλωβισμένη στο μικρό της δράμα.

Περπατούσε ώρες ατελείωτες κάτω απ’ τον αλύπητα ζεστό ήλιο, αψηφώντας τις προειδοποιήσεις για νεοπλασίες του δέρματος, για ηλίαση και όλα τα ενοχλητικά παρελκόμενα του καλοκαιριού, με μόνη προστασία ένα πάνινο ροζ καπελάκι που της είχε χαρίσει- αυτός φυσικά- και ζούσε την αυτοτιμωρία της, όπως είχε διαβάσει ότι κάνουν οι ηρωίδες πολλών μυθιστορημάτων που κατοικούσαν στο όμορφο κεφαλάκι της.

Δεν ένιωθε ακριβώς πόνο, η τραγωδία της ήταν ότι δεν ένιωθε. Δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα κι αυτό έτρωγε τις σάρκες της γαλήνης της, γκρέμιζε τα στεγανά κάθε αόριστης και ανώφελης βεβαιότητάς της, την πετούσε σε πηγάδι βαθύ και σκοτεινό όπου μόνο υγρή μοναξιά κατοικούσε.

Έτσι βρέθηκε στο νησί, μετά τις παραινέσεις της αδερφής της, που δεν την είχε και σε πολύ εκτίμηση, αλλά συμφωνούσαν απόλυτα με την άποψη του ψυχολόγου, ο οποίος ήταν τόσο όμορφος όταν προσπαθώντας να ισορροπήσει την επαγγελματική συμβουλή πάνω στο θαυμασμό του για το νησί, της έλεγε: «Μην υποτιμάς την παρηγοριά του ταξιδιού, στα Κύθηρα η φύση χαμογελά!»

Περπατούσε κι έβριζε από μέσα της τον κούκλο ψυχολόγο, την αδερφή της, την κακή της τη μοίρα και ένιωθε να βαραίνει κι άλλο η πέτρα που κουβαλούσε στα σωθικά της από την ημέρα του χωρισμού.

Είχε κουραστεί, διψούσε μέχρι θανάτου και έτσι βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει σ’ ένα καφέ με υπέροχη θέα, το αναγνώριζε αυτό ακόμη κι αν δε μπορούσε να τη χαρεί, την ώρα που ξεψυχούσε μεγαλειωδώς η μέρα, πυρπολώντας τον ουρανό.

-Τι να σας φέρω; ακούστηκε απρόσμενα χαρούμενη η φωνή που έβγαινε από ένα προσωπάκι που της θύμισε μια απ’ τις μπαλαρίνες του Ντεγκά.

-Νερό, πολύ νερό, βόγκηξε παρακλητικά.

-Εντάξει είπε το κοριτσάκι, κάτι άλλο θα θέλατε;

-Ποτέ δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω, ξέφυγαν οι λέξεις, λες και κατευθύνονταν προς τ’ αυτιά του ωραίου ψυχολόγου.

-Να σας φέρω ένα τοπικό γλυκό; Είμαι σίγουρη ότι θα σας αρέσει.

Ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της, στο βαθμό τουλάχιστον που χρειαζόταν για να σταθεί σ’ ένα δημόσιο χώρο, χωρίς να προκαλέσει περίεργα βλέμματα, αφού ήπιε μονορούφι, δυο απ’ τα τρία ποτήρια νερό που της έφερε πολύ γρήγορα η «μπαλαρίνα»

Όταν λίγο αργότερα η σερβιτόρα έφερε το γλυκό, εκείνη μιλούσε ανόρεχτα στο κινητό με την αδερφή της που την έπαιρνε τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα, για να δηλώσει ρητά και κατηγορηματικά την ανησυχία και τη συμπαράστασή της από 500 χιλιόμετρα απόσταση κι έτσι άργησε κάπως να νιώσει την αναστάτωση που της προκάλεσε…

Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο γλυκό, αν και είχε καταστρέψει δίαιτες και προγράμματα διατροφής όλα αυτά τα χρόνια, υποκύπτοντας στην αδυναμία της για κάθε είδος ζαχαροπλαστικής δημιουργίας.

Ήταν τόσο όμορφο! Ένα παράδοξα ζυμωμένο έργο τέχνης είχε προσγειωθεί αναπάντεχα στο κομψό πιατάκι…

Το παρατηρούσε σα χαμένη και αναρωτιόταν ποιό αόρατο χέρι, ποιανού παραμυθένιου πλάσματος, με τι εργαλεία, είχε καταφέρει να κόψει με τόση ακρίβεια ένα τέλειο τετράγωνο κομμάτι χρυσαφένιου φρεσκοθερισμένου σταριού…Κι ύστερα πως έγινε, ποιές μαγγανείες, ποιός θυμός ή έρωτας, ποιά παιχνίδια των μικρών θεών, χαλάσανε τις ισορροπίες του καιρού και χιόνισε στη μέση του καλοκαιριού;

Καθάριες, πάλλευκες, κρυστάλλινες και λαμπερές έχτισαν τα ταπεινά τους σπίτια σε στέρεη στρώση πάνω στα αποκεφαλισμένα στάχυα οι νιφάδες…

Αφού μετεωρίστηκε για λίγο το κουταλάκι στο δεξί της χέρι, έβαλε αργά στο στόμα της την πρώτη μπουκιά.

Η γεύση του, μια μικρή ευτυχία, αποσυντόνισε τους γευστικούς της πόρους και προκάλεσε το πρώτο δυνατό ταρακούνημα για την αποκαθήλωση της πέτρας. Με όχημα τη γεύση, σα να ξύπνησαν από μεσημεριανό, βαθύ, ύπνο και οι άλλες της αισθήσεις. Η πρώτη νύξη μιας επιθυμίας εδραιωνόταν δειλά αλλά επίμονα. Μετά την τελευταία μπουκιά η ανικανότητά της να αισθανθεί, γλιστρούσε στην ανυπαρξία…

Πλήρωσε γρήγορα, κατέβηκε στην παραλία και άφησε τους λυγμούς της λυτρωτικό τραγούδι και προσευχή στη λευκότητα της άμμου, στις σιωπηλές κοιλότητες των βράχων, στα αχνά φώτα ενός καραβιού που πλησίαζε προς την ακτή. Απεκδυόταν σαν λαμπερό τεράστιο έντομο την ανώφελη λύπη. Μια ξεχασμένη σχεδόν γαλήνη, έβγαλε το μικρό χεράκι της μέσα στη νύχτα και της χάιδεψε χέρια και μαλλιά. Ξανακέρδιζε έναν έναν τους έλικες του DNA της, οι μυς του προσώπου της χαλάρωσαν και μετά από παρά πολύ καιρό, ένα ατόφιο χαμόγελο στόλισε το γλυκό της πρόσωπο…

Μερικά μέτρα πιο πέρα μια χαρούμενη παρέα παιδιών έστηνε στην αμμουδιά το πανάρχαιο πανηγύρι της φωτιάς.

Της Ελένης Κοφτερού

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας