Ανάσα καπνού

Μια ανάσα να πάρει. Τώρα λέει, τούτη τη στιγμή. Έστω και μισή, κομμένη στα δύο σαν και τη ζωή της. Να ανάψει τσιγάρο ή να τα αφήσει για τα μετά μήπως και την παρασύρει η φλόγα; Μια τζούρα τόσο δα. Τι πειράζει; Χρόνος μηδέν μα η λάμψη από το σπίρτο γρήγορα στάχτη θα γίνει. Με τις φωνές των παιδιών από το ξημέρωμα, με τις ευωδιές της κουζίνας ζαλίστηκε η κακομοίρα.

Μια ανάσα καπνού, να διαλυθεί το χάος. Πότε πιάστηκε σε τούτον τον ιστό, δεν το κατάλαβε. Μοναχά τα αιχμηρά πλέγματα ένιωσε. Σαν χθες θυμάται να θέλγεται από την απόλαυση, από εκείνα τα ηδονικά λεπτά της ευτυχίας. Πάει καιρός τελικά που ξημέρωσε νύχτα ξαφνικά. Αργές κινήσεις, νωχελικές την σέρνουν μέχρι το ξέφωτο του κρεβατιού. Να κλείσει τα μάτια του νου, να ανάψει, να ρουφήξει λίγο από τη ζωντάνια της κάπνας. Απαγορευτικό τόσα χρόνια μα κάθε όνειρο κρατάει πολύ λίγο. Καιρός για περιπλανήσεις, για ανιχνεύσεις του τοίχου των σκιών. Ταξιδιάρικα πουλιά οι σκέψεις, αποδημητικά, ανάλογα την εποχή. Καληνυχτίζουν το φθινόπωρο, καλημερίζουν την άνοιξη. Χειμωνιάζει έξω μονολογεί, να κατεβάσει τα παλτά. Μην κρυώσουν τα παιδιά.

Το κυνήγι της ευτυχίας άσκοπον, διάβασε χτες. Για να ευτυχήσεις πρέπει πρώτα να δυστυχήσεις, της είπε κάποιος προχτές. Για να πιάσεις τις νότες της ευτυχίας, άκου πρώτα τη μελωδία της δυστυχίας, συμπλήρωσε μετά. Κουβάρια μπερδεμένα οι λέξεις τους και εκείνη απασχολημένη στα παζάρια με το χρόνο συνεχώς. Να παίζει τους ρόλους της και να αψηφά τα μονόπρακτα, τούτο την δίδαξαν. Μοναχό καταφύγιο τούτο το πακέτο, να το σφίγγει στα χέρια της, να τρέχει να το κλειδώνει στο συρτάρι σαν την έφηβη τη φοβισμένη. Μπας και θυμηθεί να νιώθει, να ονειρεύεται, να ζει. Στα απομεινάρια του καπνού, να ενώσει τις τελείες της νοητής γραμμής. Εκείνης που οδηγεί στο ξέφωτο του λυτρωτικού μονοπατιού. Ευτυχία σαν να ‘ναι το κυνήγι της τελικά.

Με χέρια κουρασμένα ανάβει, φυσάει και απελευθερώνει τον καπνό, μάλλον και την ίδια.

Της Εβελίνα Κοκκίνη  // Σκίτσο A-L-i-E-Nxx

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας