Ένας παλιός άνθρωπος

Κρατούσε το φάκελο με τα αποτελέσματα της διάγνωσης σφραγισμένο, διπλωμένο στο δεξί του χέρι. Απ’ την πρώτη στιγμή αρνούνταν να τον ανοίξει, αρνούνταν να μάθει αυτό που όλοι αγωνιούσαν να μάθουν. Μονάχα βάλθηκε να περπατά, έτσι, χωρίς σκοπό προς δρόμους που δεν ήξερε σα να ‘θελε να εξαφανιστεί πίσω απ’ τα κτήρια και τα χιλιάδες πρόσωπα που κυκλοφορούσαν στις φλέβες της πόλης. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσε ανάμεσα τους δίχως ποτέ να καταφέρει να ενσωματωθεί, να βρει στον εαυτό του μια θέση μέσα τους. Ήταν πάντοτε ένας ξένος που παρατηρούσε τα πάντα από απόσταση, σαν τα μάτια του να ήταν κινηματογραφικές κάμερες που κατέγραφαν τα πάντα δίχως να συμμετέχουν. Τι ήταν αυτό που τον χώριζε από τους άλλους; Πόσο διαφορετική ήταν η δική του πραγματικότητα, η δική του αντίληψη, η προσωπική του φαντασία από εκείνων, τόσο που τον έκανε να ζήσει τόσα χρόνια μακριά τους; Γιατί ένιωθε πάντα τόσο ξένος;

Μπήκε στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε από τη στάση δίχως να κοιτάξει που πήγαινε. Κάθισε σε ένα από τα τελευταία καθίσματα κι ακούμπησε το κεφάλι στο παράθυρο. Απ’ έξω η μέριμνα κινούσε τα πάντα στους βιαστικούς, επώδυνους ρυθμούς της. Για μια στιγμή του φάνηκε πως έμοιαζε με ταινία, σαν το παράθυρο να έγινε η οθόνη που καθρέφτιζε ένα ήδη περασμένο κόσμο, ένα απόμακρο στιγμιότυπο της ιστορίας. Σαν το λεωφορείο να κινούνταν μέσα στο χρόνο, έβλεπε τις εποχές να κυλούν αντίστροφα όσο προχωρούσε η διαδρομή. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν έζησαν στο ίδιο εκείνο μέρος για αιώνες ακολουθώντας τον ίδιο μίτο, πορευόμενοι μέσα από αγωνίες, έρωτες, προσδοκίες στον λαβύρινθο μιας ανεξήγητης ζωής. Ποτέ ως τότε δεν το είχε συνειδητοποιήσει· αν μπορούσε κάποιος να παρακολουθήσει την ιστορική συνέχεια του τόπου του να εξελίσσεται γραμμικά ξεκινώντας μερικούς αιώνες πριν και φτάνοντας ως το παρόν, θα ένιωθε ίσως περισσότερο μέλος μιας συνέχειας, ένα στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας που θα περιελάμβανε και τον ίδιο ως κομμάτι ενός συνόλου. Ίσως κάτι τέτοιο τον απέτρεπε να σπαταλάει τα χρόνια του οικοδομώντας έναν ανώφελο εγωισμό. Κι εκείνος πόσο είχε ζήσει σα γεράκι στις κορφές του, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά και τώρα κρατούσε αυτό το φάκελο που μαρτυρούσε το μέλλον του κάνοντας τον να συλλογίζεται όλους εκείνους που δεν γνώρισε, όσα δεν τόλμησε, όλους τους εαυτούς που άφησε απραγματοποίητους μέσα στα χρόνια.

Κατέβηκε σε μια στάση έξω από ένα σινεμά. Αποφάσισε να μπει δίχως να ρωτήσει ποια ταινία έπαιζε. Στην αίθουσα βρίσκονταν ελάχιστοι θεατές, φαίνεται δεν θα ήταν κάποια ιδιαίτερα δημοφιλή. Όταν ξεκίνησε να παίζει κατάλαβε το γιατί. Ήταν μια συλλογή ασπρόμαυρων ταινιών μικρού μήκους του περασμένου αιώνα. Οι πρωταγωνιστές του φαίνονταν τόσο όμορφοι, τόσο ανθρώπινοι καμία σχέση με τους σύγχρονους σταρ που επιβάλλονταν στο πανί. Εκείνοι άφηναν το χρώμα να σχηματιστεί στη φαντασία των θεατών, δεν εκβίαζαν τον θαυμασμό, ήταν απλοί μα πολύ εκφραστικοί. Θυμήθηκε πως από μικρός επιθυμούσε να κρυφτεί σε μια ταινία, να τρυπώσει σ’ ένα παραμύθι και να μείνει εκεί για πάντα, δεν άντεχε όταν επέστρεφε στην πεζότητα σαν σκοτείνιαζε η οθόνη, μονάχα το μαγικό της τέχνης στάλαζε μέσα του τη δύναμη να βαστάξει τις καθημερινές δυσχέρειες. Αυτό το κράταγε ακόμα από παιδί σαν καταφύγιο ενός προσωπικού παραδείσου.

Σαν τελείωσε η ταινία συνέχισε να περπατά βγαίνοντας έπειτα από λίγο σε περιοχή γνώριμη, λίγους δρόμους παραπέρα θυμήθηκε πως βρισκόταν το πατρικό του σπίτι, σ’ εκείνη τη γειτονιά είχε μεγαλώσει, κάθε φορά που περνούσε από εκεί μια αίσθηση δυνατή ξυπνούσε και τον πλημμύριζε, σαν να μπορούσε να δει στους δρόμους το φάσμα του παλιού του εαυτού να τρέχει παιδί, να ερωτεύεται έφηβος, να μεγαλώνει ενήλικας. Σαν έφτασε στο σημείο σταμάτησε. Στεκόταν για ώρα παρατηρώντας απ’ τη γωνία το παλιό του σπίτι. Το είχε τόσο αγαπήσει που σχεδόν ζήλευε που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς αυτόν, το ένιωθε σαν άνθρωπος που τον είχε προσπεράσει γνωρίζοντας άλλους ανθρώπους. Το σημείο που συνήθιζε να κάθεται διαβάζοντας βιβλία, τώρα θα είχε άλλη μορφή, θα ήταν ένα άλλο μέρος, τα χρόνια του εκεί θα είχαν σκεπαστεί από τα χρόνια των άλλων ενοίκων, το μέρος γινόταν όπως το μυαλό που για να συνεχίζει να υπάρχει πρέπει να λησμονεί, να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους που το έχουν και τους έχει ανάγκη. Ότι πέρασε μένει να στροβιλίζεται στις δίνες τις μνήμης ποτίζοντας ως τα μέσα την ύπαρξη μέχρι να της αφήσει την μοναδική του σφραγίδα. Το ανάγλυφο της μοναξιάς.

Επιστρέφοντας σταμάτησε στη γέφυρα που διέσχιζε τη μεγάλη λίμνη της πόλης. Στάθηκε στη μέση της ακουμπώντας στην κουπαστή, παρατηρώντας το νερό να κυλάει από κάτω μ’ έναν αργό, συνεχές ρυθμό. Τριγύρω του διέρχονταν ασταμάτητα περαστικοί κινούμενοι προς όλες τις κατευθύνσεις. Πάνω στην υδάτινη επιφάνεια καθρεφτίζονταν οι φιγούρες τους, παραμορφωμένα είδωλα στο δέρμα του νερού. Τα κοίταζε να περιπλανιόνται και τα φαντάστηκε να πορεύονται ανεξάρτητα των πρωτοτύπων, είδωλα με ζωές δικές τους, ίσως τις απραγματοποίητες των κατόχων τους. Έσκυψε χαμηλά να δει και το δικό του, που στεκόταν ακίνητο κοιτώντας τον από χαμηλά. Πόσο ήθελε να έχει άλλη μια ευκαιρία να γίνει ένας άλλος, όσα πέρασαν να τα χρεωνόταν ένας μόνο εαυτός αφήνοντας τον άλλο ελεύθερο σε μια καινούργια ζωή. Άφησε το φάκελο να πέσει κάτω στον άλλο που τον κοίταζε απ’ το νερό και ξεκίνησε να περπατά με βήμα βιαστικό προς την έξοδο της πόλης.

Toυ Shortstory.gr  //  Σκίτσο Clair Graubner

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας