Ο Μεγάλος Ερωτικός

Από τότε που είχε κερδίσει την αναγνώριση είχε χάσει την ησυχία του. Πρωτύτερα περνούσε μέρες ολόκληρες συντροφιά με το πιάνο του, σύντροφο του μοναχό κι αγαπημένο. Σπάνια χτυπούσε το τηλέφωνο να τον ψάξουν για κάποια περιστασιακή δουλειά. Από την βράβευση όμως και μετά δεν σταματούσαν να ζητούν έργα του, κυρίως μουσική ταινιών αφού για μια τέτοια είχε βραβευτεί, κι αν δεν είχε κάνει καν τον κόπο να παραλάβει το βραβείο το όνομα του είχε γίνει πλέον γνωστό σε παγκόσμιο κοινό.

Απεχθανόταν τέτοια ευτελή δημοσιότητα γι’ αυτό αρνήθηκε να εμφανιστεί σ’ αυτή την μεγαλόσχημη παράσταση, μη μπορώντας να φανταστεί τον εαυτό του ανάμεσα σε εκκεντρικά ντυμένες διασημότητες στην παρέλαση του κόκκινου χαλιού. Το βραβείο που του έφεραν το παραπέταξε σε μια γωνιά σε μια κούτα γεμάτη παλιοπράματα και το θυμήθηκε πάλι στην επίσκεψη ενός φίλου όταν φεύγοντας του ζήτησε αν μπορούσε να πετάξει στα σκουπίδια τη σαβούρα που του έπιανε χώρο. Ο άλλος σαν πήγε να σηκώσει την κούτα είδε μέσα το αγαλματάκι και έβαλε τις φωνές. «Άλλοι το ονειρεύονται μια ζωή κι εσύ το πάς για πέταμα!» τον μάλωσε τοποθετώντας το προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι.

Βρισκόταν στη μητρόπολή του δυτικού κόσμου εδώ και ένα περίπου μήνα. Η Νέα Υόρκη με τα κτήρια που ξετυλίγονταν ως τον ουρανό, τα γεμάτα μαγαζιά, τη συνεχή κίνηση, την πολυπολιτισμικότητα του χαρακτήρα της τον είχε παρασύρει στους ρυθμούς της. Κι όμως ακόμα και μέσα στα θορυβώδη στέκια που χάριζε τα ξενύχτια του, οι αισθήσεις του δούλευαν υπογείως, εντατικά. Ζητούσε εκείνο το ερέθισμα που θα άναβε τη φλόγα στην πυριτιδαποθήκη των αισθήσεων του, εκείνο το φρέσκο βλέμμα που θα του επέτρεπε μια νέα θέαση των εικόνων. Για να ενεργοποιηθεί μέσα του η δημιουργική διαδικασία και το άπειρο της ζωής να μετασχηματιστεί σε μελωδία, σε τραγούδι.

Βγήκε στο δρόμο και κάλεσε ταξί. Το ρολόι του απέναντι μαγαζιού έδειχνε εφτά παρά δέκα· είχε αργήσει. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και έδωσε στον οδηγό το χαρτάκι με τη διεύθυνση. Το αμάξι χώθηκε στη ροή της κίνησης ενός πλημμυρισμένου από οχήματα δρόμου. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, οι δρόμοι γεμάτοι λαμπιόνια, οι βιτρίνες των καταστημάτων στολισμένες γιορτινά, άνθρωποι πηγαινοέρχονταν προς κάθε κατεύθυνση κρατώντας πολύχρωμες τσάντες. Ήταν περίεργο που την μέρα εκείνη είχε προγραμματιστεί το σημαντικότερο ως τότε ραντεβού της καριέρας του με τον παραγωγό της κινηματογραφικής εταιρείας. Με τα ερεθίσματα που του χάριζαν οι εικόνες της πόλης πήγε να λησμονήσει τον κυριότερο ίσως λόγο που είχε περάσει τον Ατλαντικό. Η επιτυχία της τελευταίας του μουσικής επένδυσης κέντρισε το ενδιαφέρον ενός παραγωγού με μεγάλη επιρροή στο χώρο, ο οποίος ζήτησε να τον γνωρίσει για να συζητήσουν το ενδεχόμενο συνεργασίας. Αν έπαιρνε τη δουλειά η μουσική του θα πλημμύριζε εκατοντάδες κινηματογραφικά σενάρια σημαδεύοντας την τέχνη των εικόνων.

Το αυτοκίνητο έτρεχε διασχίζοντας δρόμους γεμάτους κόσμο προσπερνώντας άλλα επίσης βιαστικά οχήματα. Σε κάποιο σημείο όμως, στρίβοντας σε μια πάροδο, κόλλησε στην κίνηση. Τα αμάξια μπροστά σχημάτιζαν έναν ατέλειωτο συρμό που κατέληγε ως την είσοδο της κεντρικής λεωφόρου. Ο οδηγός νευριασμένος ξεστόμισε μια βρισιά. Εκείνος κοίταζε ήρεμος έξω συλλογιζόμενος πως όλο αυτό κάπου το έχει ξαναζήσει. Τότε ήταν που πρόσεξε σε μια φευγαλέα ματιά από την άκρη του παραθύρου ένα αγόρι ίσα με είκοσι πέντε χρονών να περπατά αργά προς το μέρος τους. Βάδιζε με τέτοια ηρεμία που έμοιαζε παραφωνία μέσα στην βιασύνη του συνόλου, σαν να κινούνταν σε ένα διαφορετικό κόσμο, σαν να βρισκόταν μονάχος σ’ ένα μέρος όπου ο χρόνος κινούνταν αβίαστα. Στ’ αλήθεια έμοιαζε βγαλμένος από μια αλλοτινή εποχή με το απλό του, ατημέλητο ντύσιμο, το ίσιο παράστημα, το ζωηρό του βήμα. Πάνε χρόνια που είχε να δει ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα, μια τέτοια αρμονική παρουσία που κυκλοφορούσε τόσο ξένη κι απαστράπτουσα μέσα στην παραζάλη του πλήθους.

Θυμήθηκε ένα άλλο πρόσωπο, μακρινό, κρυμμένο πια στα σκοτεινά δωμάτια της μνήμης και σκέφτηκε πως του έμοιαζε. Σε μια φευγαλέα ονειροπόληση θυμήθηκε τα λόγια που τότε του είχε εκμυστηρευτεί αποχαιρετώντας τον, πως οι νότες δεν είναι τίποτε άλλο, παρά όσα αγαπήσαμε μετουσιωμένα μέσα μας σε αρμονία. Το αυτοκίνητο άρχισε να κινείται, αφήνοντας πίσω το αγόρι που κατευθύνονταν προς την άλλη πλευρά του δρόμου. Με μια απότομη κίνηση έπιασε το μπράτσο του οδηγού λέγοντας του να σταματήσει. Του έδωσε στα γρήγορα κάποια χαρτονομίσματα κι άνοιξε την πόρτα.

Ξεκίνησε να περπατάει στην ίδια κατεύθυνση με τον άγνωστο, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του, σαν υπνωτισμένος. Διέσχιζε το πλήθος κάθετα, όλο και πιο γρήγορα, μειώνοντας την απόσταση ολοένα. Τότε ήταν που συνέβη κάτι παράξενο. Όσο περπατούσε, ο χρόνος του φάνηκε πως γυρνούσε προς τα πίσω, σαν να γινόταν ολοένα και νεότερος προχωρώντας, αντιλαμβανόμενος το σώμα του δυνατότερο, γεμάτο από τη ζωηράδα της εφηβείας. Ο άλλος τον οδηγούσε σε μια διαδρομή μέσα από άγνωστους δρόμους ώσπου σε μια στιγμή του φάνηκε πως είδε τον κόσμο να μεταμορφώνεται γύρω του, τα σπίτια να χαμηλώνουν, οι δρόμοι να μικραίνουν παίρνοντας την όψη μιας γειτονιάς, όμοιας μ’ αυτήν που μεγάλωσε. Τον είχε πλησιάσει πια σε απόσταση αναπνοής όταν άπλωσε το χέρι ακουμπώντας τον στον ώμο. Ο άλλος σαν στράφηκε προς το μέρος του απορημένος, αντίκρισε ένα συνομήλικο του αγόρι να τον κοιτάζει κατάματα, λαχανιασμένο.

Στο ραντεβού δεν πήγε ποτέ. Λένε πως ο παραγωγός ένιωσε προσβεβλημένος και δεν ήθελε να τον ξαναδεί. Εκείνος, έπειτα από λίγες μέρες επέστρεψε στην πατρίδα του φορτωμένος εικόνες κι αγέννητες μελωδίες. Η μαγεία που σκόρπισε στη μουσική του ήταν μονάχα ένα μέρος από το άπειρο που κουβαλούσε μέσα του, από το αχαρτογράφητο πλάσμα που ήταν.

Του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας