Αν σε γνώριζα

Στρίβω στη γωνιά του δρόμου και σταματώ απότομα. Η καρδιά δεν αντέχει. Η αδρεναλίνη κυλάει στο αίμα μου σαν την πιο παράξενη ουσία, φυσική ή τεχνητή, που υπήρξε ποτέ.

Τόσες φορές έχω σκεφτεί τα χιλιόμετρα που μας χώριζαν. Τώρα, τα πολλά βήματα έγιναν λίγα, αλλά τα πόδια αδυνατούν να κάνουν το επόμενο βήμα. Τώρα, που η αιωνιότητα έγινε δευτερόλεπτα, ο χρόνος μοιάζει να σταμάτησε.

Το μυαλό παίρνει τα ηνία και ως πιο ισχυρό δίνει την εντολή που πρέπει να εκτελεστεί.

Ανοίγω μια πόρτα. Συγκεχυμένες λέξεις και καπνοί που υψώνονται. Ψάχνω τη γνώριμη μορφή μα δεν είναι πουθενά. Πριν απογοητευτώ, σκέφτομαι ότι το μέρος δεν ταιριάζει στη μορφή που έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Εδώ μέσα, δεν θα μπορούσε να μιλήσει, δεν θα μπορούσε να ακουστεί. Δεν θα μπορούσε ούτε καν να αναπνεύσει.

Στον απέναντι δρόμο, σε μια γωνιά, κρυμμένο και σχεδόν απαρατήρητο. Εκεί είναι. Αόρατο από τους πολλούς. Όπως εκείνος. Όπως εγώ. Δεν θα ήθελα να είμαι πουθενά αλλού τώρα. Δεν θα ήθελα να τον κοιτάνε άλλα μάτια με περιέργεια, δεν θα ήθελα να τον ακούει άλλος κανείς.

Οι τυπικοί χαιρετισμοί δεν κρύβουν την αμηχανία. Μετά, έρχεται η εξέταση. Εξονυχιστική. Η ακτινογραφία που βγάζουνε τα μάτια. Τίποτα δεν μένει κρυφό. Τα χρόνια σου, τα χρόνια μου. Μάλλον το γεφυρώσαμε αυτό που αποκαλούν χάσμα.

Οι δείκτες κινούνται τόσο γρήγορα και αναρωτιέμαι γιατί. Η σιωπή με προτρέπει να κοιτάξω από το μεγάλο παράθυρο. Τι να νομίζουν οι περαστικοί, οι περίεργοι και οι αδιάφοροι; Ότι γνωριζόμαστε πολλά χρόνια ίσως;

Λόγια. Και άλλα λόγια και γέλια και χαμόγελα. Και απέξω και μέσα άναψαν τα πρώτα φώτα.

Σηκώνεσαι για λίγο και προλαβαίνω να κλέψω ένα τσιγάρο από την ασημένια θήκη. Δεν καπνίζω και είναι αστείο τι μπορεί να κάνει ένα τσιγάρο. Μέχρι και «φυλαχτό» μπορεί να γίνει.

Πολλά είπαμε και άλλα τόσα έμειναν ανείπωτα. Κατάλαβα, όμως, ότι θα μπορούσε να συμβεί. Το κατάλαβες και εσύ. Το έβλεπα στα βλέμματά σου.

Πρέπει να φύγεις. Πρέπει να φύγω. Με ρωτάς αν θέλω; Θα μείνω εδώ να εισπνέω τη μυρωδιά από τον καπνό σου. Και αν μια μέρα φύγω θα είναι από το δηλητήριο που ακούμπησαν τα χείλη σου.

Για το τέλος μου κράτησες το χειρότερο δώρο. Μια αγκαλιά. Ο χειρότερος τρόπος αποχαιρετισμού. Τι να σου κάνουν λίγα δευτερόλεπτα μπροστά στα χρόνια που θέλεις να σε κρατήσουν αυτά τα χέρια…

Εσύ από εδώ, εγώ από εκεί, λοιπόν. Δυο διαδρομές αντίθετες που συναντήθηκαν για λίγο.

Σφίγγω το τσιγάρο σου στην χούφτα μου και πιέζω τον εαυτό μου να μην κοιτάξει πίσω. Δεν ήμουν ποτέ υπάκουη.

Το φανάρι σε σταμάτησε. Έκανες και εσύ το λάθος. Να κοιτάξεις πίσω.

Σου γνέφω «αντίο» με το χέρι και εξαφανίζομαι πριν δω την απάντηση σου, πριν δω τη μορφή σου να χάνεται.

Τα σύννεφα έκρυψαν τα αστέρια και οι ευχές δεν πιάνουν απόψε.

Μην αναρωτηθείς καν «τι θα γινόταν αν;». Απάντηση δεν παίρνεις.

Οι ευχές και οι προσευχές δεν πιάνουν ποτέ μα είμαι σίγουρη. Οι μοίρες θα ενωθούν ξανά.

Της Γιώτας Φλώρου

Σκίτσο: DaniWaffles

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας