κλέφτης ονείρων

Κλέφτης Ονείρων

Κάθε νύχτα τρύπωνε με κάθε τρόπο στα δωμάτια των παιδιών. Πηδούσε απ’ τις στέγες, σκαρφάλωνε σε μισάνοιχτα παράθυρα, άνοιγε τις κλειδαριές απ’ τις πόρτες, γλιστρούσε μέσα από καμινάδες. Σαν βρισκόταν στο παιδικό δωμάτιο, περίμενε για ώρα υπομονετικά, μέχρι το κοιμισμένο παιδί αρχίσει ν’ ανοιγοκλείνει γρήγορα τα μάτια του, σημάδι πως βρισκόταν ήδη μέσα σε ένα νεογέννητο όνειρο. Τότε έβαζε το χέρι του στο στήθος του παιδιού κι άρχιζε να του απορροφά γρήγορα το παραμύθι του ύπνου του. Αρχικά έφευγαν τα χρώματα, έπειτα χάνονταν τα σχήματα και τα πρόσωπα, στο τέλος έμεναν μόνο τα περιγράμματα των αντικειμένων σαν εύπλαστες γραμμές που χόρευαν μέχρι να σπάσουν. Έτσι τα παιδιά έπεφταν από ένα φωτεινό ύπνο στο γυμνό σκοτάδι.

Μ’ αυτόν τον τρόπο γέμιζε πολύχρωμα όνειρα γεννημένα απ’ την φαντασία των παιδιών, μα ακόμα κι αυτό για λίγο τον ικανοποιούσε. Μόλις έκλεβε το ένα επιθυμούσε αμέσως ένα άλλο, έτσι έτρεχε να τρυπώσει σε άλλο σπίτι, σε άλλο παιδικό δωμάτιο προκειμένου να νιώσει τη στιγμιαία ικανοποίηση της κλοπής ενός καινούργιου ονείρου. Παρότι όμως κάθε όνειρο που έκλεβε δεν τον έκανε ευτυχισμένο, πάντοτε έφευγε με μια προσμονή σχεδιάζοντας την επόμενη κλοπή του. Θα έλεγε κανείς πως όλα αυτά τα όνειρα που άναβαν μέσα του ελάχιστα τον φώτιζαν, όπως δεν θ’ αρκούσαν να φωτίσουν πολλά μικρά φανάρια μια τεράστια σκοτεινή πόλη.

Μια νύχτα είχε αποφασίσει να φύγει έξω από την πόλη, να περιπλανηθεί για λίγο μονάχος μακριά από το θόρυβο της. Πήρε το τραίνο και κατέβηκε στον τελευταίο σταθμό. Περπάτησε για ώρα μέσα στα δέντρα ώσπου βρέθηκε έξω από ένα δάσος. Συνέχισε να περπατά με αδιάκοπο ρυθμό ώσπου βρέθηκε σε ένα άγνωστο σημείο, σ’ ένα ξέφωτο. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό: Ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι μεσουρανούσε ολομόναχο όπως κι ο ίδιος μέσα στην απόλυτη σιωπή. Οι μυρωδιές του δάσους τον αγκάλιαζαν μα εκείνον τίποτα δεν τον ημέρευε. Τα όνειρα φλέγονταν μέσα του, διψούσε για κάτι άλλο μα τίποτε εδώ και καιρό δεν τον γαλήνευε. Τα παιδικά δωμάτια που τόσο καιρό παραβίαζε κάτι μακρινό κι επώδυνο του θύμιζαν.

Την προηγούμενη μέρα είχε ονειρευτεί μια παράξενη ιστορία. Ήταν λέει μικρός πολύ και βρισκόταν στο δωμάτιο του. Όμως το δωμάτιο δεν είχε πόρτα, ούτε παράθυρα και τα παιχνίδια στα ράφια γνώριζε πως ετοίμαζαν ανταρσία. Μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος θα έμπαιναν σε μια μικρή τρύπα στο πάτωμα και θα έφευγαν για πάντα. Πάνω απ’ το κρεβάτι κρεμόταν μια ονειροπαγίδα που θα πετούσε κι αυτή μακριά παίρνοντας μαζί της όλα τα όνειρα που είχε μαζέψει μέχρι τότε. Προσπαθούσε λοιπόν να μην κοιμηθεί, μα έπειτα από ώρα τον έπαιρνε ο ύπνος και το πρωί ξυπνούσε σ’ ένα μέρος όπου δεν υπήρχαν παιχνίδια, ούτε δωμάτιο, μονάχα μια απέραντη έρημος μέχρι εκεί που μπορούσε να διακρίνει το βλέμμα. Έκανε να ουρλιάξει και αυτό τον έκανε να ξυπνήσει στην πραγματικότητα από τον εφιάλτη του.

Επιστρέφοντας πίσω στην πόλη στάθηκε μπροστά από μια στολισμένη λόγω γιορτών, βιτρίνα. Τα παιδικά παιχνίδια έλαμπαν στα ράφια. Το τραινάκι με τις ράγες του, οι μαχητές ντυμένοι με στολές κρατώντας τα όπλα τους και πιο μέσα αυτή η μεγάλη σβούρα. Ίδια με αυτή που μικρός είχε ζητήσει από τη μητέρα του κι εκείνη με μια κίνηση έσκυψε να δει καλύτερα την τιμή, απαντώντας έπειτα πως ήταν πολύ ακριβή. Κι ύστερα τον τράβηξε απ’ το χέρι να απομακρυνθούν μα εκείνου το βλέμμα είχε μείνει εκεί, σ’ εκείνη την σβούρα, κι όσο απομακρύνονταν την έβλεπε να χάνεται, να σβήνει απ’ την απόσταση. Τα θυμόταν σαν ένα μακρινό όνειρο όλα τούτα, σα να μην ήταν σίγουρος ότι είχαν συμβεί. Άφησε τη βιτρίνα και κατευθύνθηκε μέσα στα χιονισμένα σοκάκια της μεγαλούπολης. Από ένα παράθυρο παρατήρησε ένα αχνό φώς αναμμένο. Τις περισσότερες φορές τα φώτα μένουν ανοιχτά στα παιδικά δωμάτια, γιατί τα παιδιά φοβούνται το σκοτάδι.

Σκαρφάλωσε και μπήκε από το μισάνοιχτο παράθυρο. Ήταν ένα αναμφίβολα φτωχικό δωμάτιο, μια μικρή βιβλιοθήκη και στο πάτωμα ένα μικρό ξύλινο αλογάκι. Στη γωνία βρισκόταν το κρεβάτι που κοιμόταν ένα αγοράκι. Πήγε να το πλησιάσει μα τότε άκουσε θόρυβο βημάτων. Απομακρύνθηκε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Στο δωμάτιο μπήκε η μητέρα του κι αφού το σκέπασε, άρχισε να του σιγοτραγουδάει ένα νανούρισμα. Πάγωσε. Ήταν το ίδιο που άκουγε κι εκείνος μικρός από τη μητέρα του σαν δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο ρυθμός σαν να ξεπήδησε από μια χαραμάδα της μνήμης του κατακλύζοντας τον.

Σαν ολοκλήρωσε το νανούρισμα τον φίλησε και βγήκε από το δωμάτιο σφαλίζοντας την πόρτα. Εκείνος περίμενε αρκετή ώρα, μέχρι να κοιμηθεί ο μικρός και να ξεκινήσουν τα όνειρα του. Έπειτα πλησίασε και στάθηκε από πάνω του. Ήταν κουλουριασμένος και βαριανάσαινε. Πήγε να τον αγγίξει και τότε ο μικρός στράφηκε και τον κοίταξε κατάματα. «δεν μπορώ να κοιμηθώ» του ψιθύρισε. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και του αποκρίθηκε «δεν πειράζει». «Κάνε με να κοιμηθώ» τον παρακάλεσε. Και του έτεινε το χέρι που η κλειστή γροθιά του έδειχνε πως κάτι κρατούσε. Άνοιξε την παλάμη του φανερώνοντας μια μεγάλη ξύλινη σβούρα.

Εκείνος χαμογέλασε κοιτάζοντας θαμπωμένος. «Για μένα;» τον ρώτησε ψιθυριστά. «Κάνε με να κοιμηθώ σε παρακαλώ, φοβάμαι τις νύχτες» απάντησε ο μικρός. Τότε ακούμπησε με το ένα χέρι το στήθος του και με το άλλο εκείνο του παιδιού. Μια δόνηση τους συνεπήρε και τους δύο. Ο εισβολέας ένιωσε ν’ αδειάζει, ν’ απελευθερώνεται, να ελαφραίνει ελευθερώνοντας όλα τα κλεμμένα όνειρα στην παιδική ψυχή. Όταν τελείωσαν όλα, κρατούσε στα τρεμάμενα χέρια του τη σβούρα των παιδικών του επιθυμιών. Το δώρο που περίμενε τόσα χρόνια. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το μικρό. Κοιμόταν βαθιά.

Σκίτσο: Αletha Κuschan

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας