Τσιγάρο

Άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να γράφει. Τους τελευταίους μήνες ένιωθε ότι έγραφε επιτέλους κάτι καλό. Τώρα πια, ναι, θα μπορούσε να τους κοιτάξει όλους κατάματα. Όλους αυτούς που σιωπηλά τον έκριναν, που τον αμφισβητούσαν τόσο μα τόσο ευγενικά. Το μυθιστόρημα του είχε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει κλασσικό. Ένα δυνατό σενάριο, πολυδιάστατους χαρακτήρες και έναν υπέροχο πρωταγωνιστή. Ω,πόσο μα πόσο αγαπούσε τον πρωταγωνιστή του. Ήταν φυσικά ότι δεν ήταν ποτέ αυτός. Ενεργούσε πάντα όπως θα ήθελε αυτός να ενεργήσει. Χωρίς φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη. Ένας άντρας όμορφος, καλλιεργημένος, ευαίσθητος, θαρραλέος. Η τέλεια εικόνα του εαυτού του.

Το έργο του όμως δεν είχε ολοκληρωθεί. Κάπως έπρεπε να τελειώσει. Βράδια ολόκληρα έσπαγε το κεφάλι του να βρει ένα κατάλληλο τέλος αλλά μάταια. Τίποτα δεν του φαινόταν αρκετό. Τίποτα δεν του φαινόταν αντάξιο. Όχι του υπόλοιπου μυθιστορήματος μα του πρωταγωνιστή του. Ήθελε ένα τέλος τραγικό και συνάμα δοξαστικό. Ένα τέλος λυπημένο μα και αισιόδοξο ταυτόχρονα. Ένα τέλος μεγαλοπρεπές! Μονάχα αυτό σκεφτόταν άξιζε στον ήρωα του. Τίποτα λιγότερο. Ποιο όμως ήταν αυτό το τέλος; Ποιο; Ποιο; Ποιο; Κοίταζε το χαρτί του απελπισμένος. Ξαφνικά βούρκωσε. Το τσιγάρο στο στόμα του είχε σχεδόν τελειώσει.

Το επόμενο πρωινό στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτα εκτός από έναν άνθρωπο, λίγες στάχτες και ένα τσιγάρο καμμένο μέχρι τη γόπα του.

Του Παύλου Σοπίκη

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    Αφήστε μια σκέψη σας