Με το φανάρι

Μία φορά και έναν καιρό, ένα κορίτσι περπατούσε μόνο του μέσα στο δάσος. Έψαχνε να βρει ένα καταφύγιο να ξαπλώσει το κουρασμένο της κορμί μέσα στο κρύο και τον αέρα. Είχε ορφανέψει από μικρή και δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο εκτός από την ίδια. Μόνη της περιουσία ένα μικρό φαναράκι που κρατούσε για να μπορούσε να διακρίνει τις κακοτοπιές και τα άγρια ζώα.

Και έτσι, ολομόναχη, πορευόταν για ακόμα μία μέρα στο σκοτάδι προσπαθώντας να βρει ένα ασφαλές μέρος να κοιμηθεί. Το κρύο ήταν τσουχτερό, είχε αρχίσει κιόλας να χιονίζει. Το χέρια της είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν από το κρύο, να βγάζουν χιονίστρες. Η ίδια ήταν κουρασμένη αλλά δε σταματούσε να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό ευελπιστώντας πως το αύριο ίσως θα είναι καλύτερο. Περπατούσε, περπατούσε μέσα σκοτάδι λαχταρώντας να βρει μία αχτίδα φωτός. Το χιόνι είχε ήδη αρχίσει να πέφτει πολύ σε σημείο που σκόνταφτε συνεχώς και κρατιόταν από τα κλαδιά των δέντρων για να μπορεί να προχωράει. Ώσπου, σε μία στιγμή μεγάλης απροσεξίας, πέφτει με δύναμη σε μία μεγάλη λακκούβα, στην οποία είχε εισχωρήσει ήδη και χιόνι αρκετό. Με μεγάλη της λύπη διαπιστώνει ότι το μικρό της φαναράκι είχε σπάσει σε μικρά κομμάτια από τη δύναμη της πτώσης. Την έπιασαν τα κλάματα – τι θα έκανε τώρα, τι άλλο της είχε απομείνει για να τη πάρει πια η ζωή; Ένα φαναράκι είχε να της δίνει λίγο φως και έγινε χίλια κομμάτια..’’

Σηκώνεται, σκουπίζει τα δάκρυά της και συνεχίζει την πορεία της. Το χιόνι είχε πλέον σκεπάσει τα πάντα και ένα αεράκι φυσούσε κάνοντας τα φύλλα των δέντρων να είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται. Η μικρή αποφασίζει να πλαγιάσει το κορμάκι της κάτω από ένα δέντρο και να μαζέψει τα δυνάμεις της, για να συνεχίσει μία πορεία που δεν ήξερε, πραγματικά, πού θα την έβγαζε..

Δεν προλαβαίνει να κλείσει για λίγο τα μάτια της, όταν ένας παράξενος θόρυβος, σχεδόν υπόκωφος, ακούγεται σε ολόκληρο το δάσος. Το μικρό κορίτσι, με την καρδιά να τρέμει μέσα στο στήθος του, αποφασίζει να μείνει ακίνητο και ας τουρτούριζε από το κρύο. Ήταν φωνή κάποιοι άγριου ζώου, ίσως και κάποια κροτίδα- ποιος ξέρει; Οι φωνές όμως άρχισαν να πληθαίνουν, κάτι που την έκανε να καταλάβει ότι επρόκειτο για μία αγέλη άγριων λύκων που μέσα στο κρύο έψαχναν να βρουν κάποιο κουφάρι ζώου. Δύο μεγάλα άγρια μάτια ενός γερόλυκου διακρίνονται με μεγάλη προσπάθεια λόγω ενός μικρού φαναριού που υπήρχε εγκαταστημένο εκεί μάλλον από κάποιο κυνηγό, περαστικό..

Η μικρούλα κρύβεται όσο περισσότερο μπορεί κάτω από δέντρο , ακούγοντας δύο λύκους να μαλώνουν μεταξύ τους , αφήνοντας πίσω τους δυνατές κραυγές. Τα σάλια τους έτρεχαν άγρια από το στόμα, τα νύχια τους ακόνιζαν και άφηναν σημάδια ακόμα και πάνω στο χιόνι, ώσπου σηκώνουν ξανά το σώμα τους και παλεύουν ξανά μεταξύ τους. Σε κάποια στιγμή σταματούν, ίσως και να κουράστηκαν. Η μικρούλα ηρεμεί λίγο αφού κραυγές δεν ακουγόντουσαν πια. Ήταν τόσο κουρασμένη και πικραμένη που δεν είχε το σώμα της δύναμη να σηκωθεί να περπατήσει ούτε ένα βήμα πιο πέρα. Κλείνει τα μάτια της και βυθίζεται στον μικρό θάνατο του ύπνου.

Η μέρα ήρθε ξανά και ο ήλιος έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα ζεσταίνοντας για λίγο το παγωμένο τοπίο, κάνοντας κάποια χιόνια να λιώσουν. Η μικρούλα άνοιξε τα μάτια της και με κινήσει των χεριών απομάκρυνε χιόνι που είχε πέσει και κολλήσει στα μαλλιά της σε όλη τη διάρκεια της νύχτας. Ποιος ξέρει ποια άλλη δοκιμασία την περιμένει;
Συνεχίζει την πορεία της προς το άγνωστο, περπατώντας χωρίς να γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει, τίποτα. Ήταν πρωί και μπορούσε να βλέπει πια περισσότερο καθαρά. Ήθελε μόνο να βρει μία λίμνη και να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της διότι ήταν τρομερά καταπονημένη. Η ώρα που περπατούσε ήταν πλέον αρκετή. Επιτέλους, μία μικρή λίμνη βρέθηκε στο διάβα της, πόσο μεγάλη χαρά! Τρέχοντας, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό της καθαρίζει για λίγο τα παπούτσια και τα ρούχα της και πίνει προσπαθώντας να σβήσει τη δίψα της. Σηκώνοντας το πρόσωπό της , στην όχθη της λίμνης, βλέπει από την άλλη μεριά τη μορφή ενός νέου , ίδιας ηλικίας με αυτήν.

Το μικρό κορίτσι τρομάζει και σηκώνεται βιαστικά να φύγει,για να ακουστεί η φωνή του νεαρού:
-Ποια είσαι; Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό!
– Είμαι τελείως μόνη, αποκρίθηκε το κορίτσι . Έχω χάσει τα βήματά μου, το δρόμο μου. Μέρες ολόκληρες προσπαθώ να βρω ένα μέρος για να μπορέσω να ξεκουραστώ. Ο νεαρός της κάνει νεύμα να τον ακολουθήσει και να φοβάται. Το κορίτσι αποφασίζει να τον ακολουθήσει. Ο νεαρός την πηγαίνει σε ένα σπίτι , το μόνο που υπήρχε σε εκείνο το μοναχικό δάσος, μέσα στο οποίο βρισκόταν μία οικογένεια, με φως, φαγητό, καθαρά ρούχα!

Ο νεαρός μιλάει στους γονείς του, εξηγώντας που είναι μόνη της τελείως, ένα κορίτσι μόνο στον κόσμο. Η μικρή φοβόταν και πλησίασε διστακτικά την πόρτα, για να δει την αγκαλιά μίας γυναίκας να ανοίγει και να έρχεται προς το μέρος της. Αμέσως, της πρόσφεραν φαγητό, ζεστά ρούχα, μία ζεστή αγκαλιά. Και από τότε, το μικρό κορίτσι με το φανάρι βρήκε τον προορισμό της, αυτόν που ανέκαθεν έψαχνε και ας μην το γνώριζε. Μία οικογένεια. Βρήκε ανθρώπους που την αγάπησαν και τη δέχτηκαν. Μία καινούργια ζωή ξεκινούσε πια για εκείνη….

της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας