Ένας έρωτας στα χρόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου (Μια συνάντηση στο δάσος)

Χαμογέλασε, γύρισε και έφυγε. Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε το πατρικό της στην Ελλάδα; Οι γονείς της, ο κ. Παύλος και η κ. Καλλιρόη, την κοίταγαν δακρυσμένοι μέσα στην ολάνθιστη αυλή τους στο χωριό, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα δεκαεφτά της. Μία νοερή φωτογραφία στην καρδιά της. Τώρα βρίσκεται καθισμένη σε μία θέση πλοίου για την Ιταλία ευτυχισμένη και συνάμα ανυπόμονη δίπλα στον Antonio, τον άντρα που αποφάσισε πως θα της άλλαζε τη ζωή… Πώς όμως ξεκίνησαν όλα;

Ήταν μία ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα όταν ο κ. Παύλος της είχε ζητήσει το πρωί να βγάλει εκείνη τα ζώα να βοσκήσουν. Ήταν χαρούμενη που θα πήγαινε βόλτα αλλά έπρεπε να προσέχει τους Γερμανούς αξιωματικούς που ήρθαν εκείνες τις μέρες στο χωριό και έσπειραν τον τρόμο με τις απειλές τους. Δεν θα πήγαινε μακριά, σκέφτηκε, μέχρι τον προφήτη Ηλία έξω από το χωριό. Φτάνοντας στο εκκλησάκι άφησε τα ζώα να βοσκήσουν, έκατσε στην ρίζα ενός δέντρου και έκλεισε τα μάτια να απολαύσει το θρόισμα των φύλλων και το κελάηδισμα των πουλιών. Ξαφνικά άκουσε έναν παράξενο ήχο, σαν κάποιο ζώο να ερχόταν προς το μέρος της. Άνοιξε τα μάτια τρομαγμένη και αντίκρισε έναν νεαρό στρατιώτη. Για λίγα δευτερόλεπτα ίσως και λεπτά δεν μίλησε κανείς. Ο στρατιώτης φαινόταν ταλαιπωρημένος και φοβισμένος. Τώρα τι να κάνει, σκεφτόταν, να φωνάξει; Κανείς δε θα την άκουγε. Να φύγει τρέχοντας μην τους βρουν μαζί οι Γερμανοί;

Τίποτα δεν έκανε μονάχα τον κοιτούσε. Ο στρατιώτης της έκανε νοήματα, καθώς δεν ήξερε ελληνικά, παρακαλούσε να τον βοηθήσει. Ήταν Ιταλός και τον κυνηγούσαν οι Γερμανοί. Η Ασημίνα με τον αυθορμητισμό της νιότης της αποφάσισε πως θα τον σώσει. Του έκανε νόημα να την ακολουθήσει και πήγανε λίγο πιο κάτω σε μία κρυμμένη από τα μονοπάτια βρύση να πιει νερό, να πλυθεί και να μοιραστούν το φαγητό που είχε στον ντορβά της.

Θα φεύγανε το σούρουπο, θα πήγαιναν από το μονοπάτι που έβγαζε στο κάτω μέρος του χωριού αλλά και του σπιτιού τους και θα τον έκρυβε στην στάνη. Το βουνό βρισκόταν σε βουνοπλαγιά και ευτυχώς το σπίτι της ήταν το τελευταίο πριν το δάσος. Τις επόμενες ημέρες η Ασημίνα προσφερόταν να βγάζει τα ζώα για να πηγαίνει φαγητό στον στρατιώτη. Δεν άργησε όμως ο κ. Παύλος να την υποψιαστεί να βρεί τον Antonio… Της άρεσε το όνομά του… Ο κ. Παύλος αφού θύμωσε με τα καμώματα της κόρης του αποφάσισε με την κ. Καλλιρόη να τον κρύψουν για να τον σώσουν. Τον κάνανε τσοπάνη, τον φωνάζανε Αντώνη και του μάθανε τα ελληνικά. Περνούσε ο καιρός όλοι στο χωριό τον συμπάθησαν μαζί τους και η Ασημίνα. Τελείωσε ο πόλεμος και ο Αντώνης-Antonio ήθελε να γυρίσει στην Ιταλία αλλά όχι μόνος με την Ασημίνα του. Ο κ. Παύλος με την κ. Καλλιρόη δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι θα χάνανε την μοναχοκόρη τους εξαιτίας του ανθρώπου που σώσανε και τον είχαν μες το σπίτι τους. Τον είχαν αγαπήσει. Ο Antonio όμως τους έπεισε ότι η Ασημίνα θα ήταν ευτυχισμένη κοντά του και δεν άργησε η στιγμή του αποχωρισμού.

Η Ασημίνα και ο Antonio έζησαν ευτυχισμένοι στην Lucca στην περιοχή της Τοσκάνης παρά τις δυσκολίες που πέρασαν στην αρχή λόγω του πολέμου. Τα χρόνια πέρασαν έκαναν οικογένεια μεγάλωσαν τα παιδιά τους, Carlos και Pauloτα δίδυμα, έστελνε γράμματα στους γονείς της αλλά δεν είχε πάει να τους δεί. Ο κ. Παύλος με την κ. Καλλιρόη μαράζωναν βλέποντας την οικογένεια της Ασημίνας τους μόνο από φωτογραφίες. Η κ. Καλλιρόη όταν πότιζε τα λουλούδια της αυλής κοιτούσε πότε πότε την πόρτα μήπως ήρθε εκείνη.

Αυτό έκανε και σήμερα μια καλοκαιρινή ημέρα του Ιουλίου. Πότιζε την ορτανσία κοιτούσε πότε πότε την πόρτα και σκεφτόταν τα παλιά. Τότε που η Ασημίνα ήταν μικρή και κρεμόταν από την φούστα της για να παίξει. Ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της όταν άκουσε το τρίξιμο της πόρτας… Ήταν εκείνη, η Ασημίνα της, ήρθαν…

Της Κέλλυς Αγγελή

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας