Το κέρμα

Ήταν ένα κέρμα στην άκρη του δρόμου. Ποιος ξέρει από ποια τσέπη έπεσε και στάθηκε όρθιο στο κράσπεδο δίπλα στο πεζοδρόμιο.
Περνούσε όπως πάντα σκυθρωπός πηγαίνοντας στη δουλειά του με το βλέμμα χαμηλά σα να φοβόταν ν’ αντικρίσει κατάματα τους άλλους, σαν δραπέτης που προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος.

Το μόνο που διέκρινε από μακριά ήταν μια φωτεινή κουκίδα που γυάλιζε στο πρωινό φως. Κινήθηκε προς το μέρος της όλος περιέργεια. Σαν διαπίστωσε την αξία του ένα χαμόγελο σχηματίστηκε μετά από καιρό στο πρόσωπο του. Εξέτασε προσεκτικά το χώρο τριγύρω μήπως έβρισκε και κάποιο άλλο αλλά μάταια. Ωστόσο από τη μέρα εκείνη περιεργαζόταν κάθε πλευρά του δρόμου προσδοκώντας να φανεί τυχερός γι’ άλλη μια φορά. Σύντομα οι κόποι του ανταποδόθηκαν βρίσκοντας ένα χαρτονόμισμα. Ενθουσιάστηκε τόσο που αποφάσισε να ξεκινήσει περιπάτους γι’ αυτό το σκοπό διασχίζοντας καθημερινά την πόλη από άκρη σ’ άκρη, περιεργαζόμενος κάθε γωνιά του πεζοδρομίου, γυρεύοντας στα βήματα των περαστικών οτιδήποτε πολύτιμο ξέφευγε απ’ τις τσέπες και τις τσάντες τους. Με τον καιρό είχε μαζέψει, πέρα απ’ τα χρήματα, πλήθος δαχτυλίδια, ρολόγια και μικροαντικείμενα.

Κάποτε περιμένοντας το φανάρι να ανάψει διέκρινε ένα πορτοφόλι πεσμένο στην άσφαλτο δίπλα από τις ρόδες των διερχόμενων αυτοκινήτων. Θέλοντας να προλάβει την πιθανότητα να το αρπάξει κάποιος άλλος, γλίστρησε στο πλήθος παραμερίζοντας όσους προπορεύονταν και ήταν τότε που με μια αδέξια κίνηση έσπρωξε ένα παιδί προς την πλευρά του δρόμου, δίχως να το αντιληφθεί ένα μικρό κορίτσι εκτοπίστηκε απ’ τη βιασύνη του μπροστά στα αυτοκίνητα.

Άκουσε τον ήχο από τα φρεναρίσματα μόλις έπιασε στα χέρια του το πορτοφόλι. Σήκωσε το κεφάλι. Ένα κόκκινο που απλωνόταν έβαφε κάθετα το δρόμο. Κραυγές, σειρήνες κι ουρλιαχτά στροβιλίζονταν γύρω του, συνονθύλευμα θορύβων που του προκαλούσε ασφυξία. Το ‘βαλε στα πόδια να γλιτώσει από όλη εκείνη την τρέλα γλιστρώντας σε σοκάκια διακλαδιζόμενα, σκιώδεις διαδρομές ενός λαβυρίνθου που οδηγούσε στην σκοτεινιά του κέντρου. Άκουσε φωνές να τον ακολουθούν και τάχυνε το βήμα ώσπου να χαθεί στη νύχτα.

Σχεδόν λιποθύμησε από την κούραση στην πόρτα ενός κτηρίου. Ψηλάφισε στην τσέπη του να βρει το πορτοφόλι. Το άνοιξε γεμάτος προσμονή. Ήταν άδειο.

Του Γιώργου Θεοδωράκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας