Υλαγιαλή

Την είχα συναντήσει πολλές φορές. Την πρώτη φορά κολυμπούσε σε μια ακρογιαλιά. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν άνθρωπος ή γοργόνα έτσι όπως ανέβαινε στην επιφάνεια και βυθιζόταν πάλι. Η κίνηση της συγχρονιζόταν με εκείνη των κυμάτων, φαινόταν ντυμένη τη διαφάνεια του νερού καθώς γλιστρούσε προς την απλωσιά του πελάγου. Συνειδητοποιώντας την αδυναμία μου ν’ ακολουθήσω την τροχιά της, κάθισα σε ένα σκιερό σημείο στην άμμο παρακολουθώντας την ν’ απομακρύνεται σαν άπιαστο όνειρο.

Μια άλλη φορά μου φάνηκε πως την είχα δει φευγαλέα καθώς έμπαινε σε ένα πολυκατάστημα. Αυθόρμητα την ακολούθησα μπαίνοντας από την ίδια πόρτα, προσπαθώντας μέσα από δεκάδες κεφάλια να κρατήσω στο οπτικό μου πεδίο το δικό της, καθώς γλιστρούσε ανάμεσα στους διαδρόμους μέσα από φορέματα, γούνες και καπέλα. Στιγμές μόνο την έβρισκα πριν χαθεί ξανά στον κυκεώνα εμπορευμάτων και προσώπων. Ευχόμουν να ήταν όλα λιγότερα, τα ρούχα, τα κοσμήματα, οι άνθρωποι που μας χώριζαν, ώστε να μπορούσα έστω και για μια στιγμή να την αγγίξω έστω τυχαία, σαν από λάθος να ακουμπήσουμε στα χέρια και κοιτώντας την στα μάτια να ζητήσω συγγνώμη για την απερίσκεπτη αυτή μου κίνηση κλέβοντας για λίγες στιγμές την προσοχή της.

Άλλοτε πάλι τη διέκρινα πίσω από ένα παράθυρο να χαζεύει την πόλη από ψηλά. Βυθισμένη σε σκέψεις κοίταζε στο λιμάνι τα πλοία να μακραίνουν, στον ουρανό τ’ αεροπλάνα να κρύβονται στα σύννεφα. Έμοιαζε με νοσταλγό μιας μακρινής πατρίδας ή εποχής. Δεν έβλεπε ποτέ τα νεύματα που της έκανα, αόρατος στα μάτια της όπως όλοι οι υπόλοιποι που τριγύριζαν δίπλα της δίχως να μπορούν να την αγγίξουν. Ολότελα ξένη αυτού του κόσμου, έδειχνε να υπερβαίνει τις ανθρώπινες υποθέσεις, την εναλλαγή των ρόλων θύτη και θύματος, το ακατάπαυστο κυνήγι του κέρδους.

Την τελευταία φορά την είδα πάνω σε ένα βράχο παρέα με ένα αγόρι. Κάθονταν με τις πλάτες ακουμπισμένες, στραμμένοι σε αντίθετες κατευθύνσεις και μιλούσαν. Το φως τους έλουζε μαζί με τα αρχαία θραύσματα γύρω τους. Έμοιαζαν στοιχεία της αιωνιότητας έτσι όπως η λάμψη του μεσημεριού έσβηνε τις μορφές στην ένταση της. Σα να είχε σταματήσει ο χρόνος κι είχαν μείνει εκεί, ένα στιγμιότυπο ζωγραφισμένο στο τοπίο, μια τοιχογραφία στερεωμένη στον άνεμο. Δεν τόλμησα να πλησιάσω, αποφεύγοντας να διαταράξω την αρμονία της ιερής εκείνης ακινησίας.

Δεν την ρώτησα ποτέ το όνομα της. Βέβαιος πως προερχόμαστε από διαφορετικούς αστερισμούς, την ονομάτισα με τη φαντασία όπως θ’ ακούγονταν η αντανάκλαση του μεσημεριού στην επιφάνεια του πελάγου. Ηχητική έκφανση συγχρονισμού φωτός, νερού και τοπίου, μια συγχορδία φυσικών φαινόμενων συμπυκνωμένη σε μια μονάχα λέξη. Προφορά σαν ήχος μεταλλικός χαρμόσυνης καμπάνας. Στα χείλη μου δροσερό νερό καταμεσής καλοκαιριού, πλημμύριζα ανάταση ακόμα και στην αίσθηση της λέξης.

Μια φορά πέρασε από δίπλα μου κι η μυρωδιά της ζαλιστικά με συνεπήρε. Αφέθηκα στην αύρα της όπως το ιστιοφόρο στον άνεμο. Αδύναμος να κρατηθώ της φώναξα από μακριά «Υλαγιαλή!» και τότε εκείνη στράφηκε προς το μέρος μου σαν ν’ άκουσε το όνομα της και με κοίταξε κατάματα. Θαμπωμένος από ομορφιά και κατάπληξη, χαμήλωσα το βλέμμα.

Του Γιώργου Θεοδωράκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας