Επιστροφή

Στην αρχή μια έντονη κίνηση, σα σεισμός. Έπειτα ένα φως που πλήθαινε, ένα φως παγωμένο με αυξανόμενη ένταση, μια λαμπερή δίνη που έχασκε μπροστά του τραβώντας τον με έλξη μαγνητική. Όσο τον τραβούσε προς στο κέντρο της το κρύο δυνάμωνε ώσπου έγινε πόνος, κάνοντας τον να λυθεί σε λυγμούς. Ήταν η πρώτη του συνάντηση με τη μέρα.

Πολλά ζευγάρια μάτια κρέμονταν ψηλά, επάνω απ’ το κεφάλι του. Τον περιεργάζονταν, τον διέσχιζαν από πάνω ως κάτω μετρώντας το είναι του. Έστρεψε το κεφάλι προς το μαξιλάρι ζητώντας να κρυφτεί από τα άγνωστα βλέμματα, μα ομιλίες υπενθύμιζαν πως ήταν ακόμη εκεί παρατηρώντας κάθε έκφραση, κάθε κίνηση του. Έσφιξε τα χέρια τρυπώνοντας όλο και βαθύτερα κάτω από τα σκεπάσματα.

Πίσω απ’ τα κάγκελα της κούνιας τα μάτια του ξεχώριζαν σαν μέσα από κελί. Απ’ έξω μια κίνηση που δεν τελείωνε, βήματα που επαναλαμβάνονταν, θόρυβοι πίσω από άλλους θορύβους, τριξίματα και φωνές γύρω του. Το κρεβάτι τον κατάπινε, το ταβάνι περιστρέφονταν όμοιο με ρόδα, κυλώντας δίχως να φεύγει, στροβιλίζοντας το κρεβάτι, τα κάδρα, το δωμάτιο ολόκληρο.

Δυο χέρια τον σήκωσαν ψηλά σε μια κατακόρυφη αιώρηση.Πλάσμα ελάχιστο σε ένα γιγάντιο περίγυρο. Κούνησε τα χέρια του σαν να ζητούσε να ξεφύγει κολυμπώντας διαμέσου μιας αόρατης θάλασσας. Ένα πρόσωπο γυναικείο τον κοίταζε και χαμογελούσε. Τον τράβηξε στην αγκαλιά της βαπτίζοντας τον στην θέρμη του κορμιού της. Πιάστηκε από τα στήθη της σαν ναυαγός απ’ το σωσίβιο.

Ξύπνησε κολλημένος στο σώμα της. Τα κορμιά τους ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων με μέλη μπερδεμένα. Η ανάσα της γλιστρούσε στο πρόσωπο του. Μύριζε ολόκληρη σαν κήπος τον Απρίλη. Ήταν κι οι δυο είκοσι χρονών, τα μάτια τους στο ίδιο χρώμα έμοιαζαν ν’ αντανακλώνται σαν ένωναν το βλέμμα. Τα χέρια του βυθίστηκαν στα μαλλιά της όμοια με κουπιά στο νερό. Έκαιγε, σα να είχε μόλις πλαστεί από τα χέρια του Δημιουργού. Μια δύναμη τον έσπρωξε να κρυφτεί στην αγκαλιά της μεταλαβαίνοντας τη ζεστασιά της. Άρχισε να τη φιλάει τραβώντας την από τα δίχτυα του ύπνου. Στην μόλις ξυπνημένη έκφραση της η απορία μετατράπηκε σε επιθυμία. Τύλιξε τα πόδια της γύρω του κι εκείνος αφέθηκε να βυθιστεί μέσα της, σαν ψάρι σε γλυκό νερό, σα νεογέννητο στην πρώτη του πατρίδα.

Του Γιώργου Θεοδωράκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας