Λευκός λύκος

Η νύχτα έπεφτε ασέληνη πάνω απ’ το μικρό χωριό του Αμαζονίου μα εκείνος δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Χρόνια μελετούσε αυτήν την αποστολή που συνεχώς ανέβαλλε για άλλες ευκολότερες, ώσπου έφτασε ο καιρός που δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. Πλέον τον είχε κατακλύσει ολόκληρο η σκέψη του σπάνιου αυτού πλάσματος στο βαθμό που παράτησε τα πάντα ταξιδεύοντας ως την άκρη του κόσμου για να το αιχμαλωτίσει. Γνώριζε από χρόνια πως ήταν μοναδικό, το τελευταίο από τα εκλειπόμενα είδη μα σαν μετρούσε τις δυνάμεις του πάντα λιποψυχούσε γνωρίζοντας τη δυσκολία του όλου εγχειρήματος. Ο λευκός λύκος ζούσε μέσα σε άβατες περιοχές με πυκνή βλάστηση απ’ όπου έβγαινε μόνο τη νύχτα για να κατασπαράξει τα κατοικίδια των ιθαγενών. Αυτός ήταν κι ο λόγος που τον δέχτηκαν σαν σωτήρα και του επιφύλαξαν διαμονή βασιλική. Για τους ντόπιους το όμορφο αυτό πλάσμα συμβόλιζε την ενσάρκωση του κακού λόγω της άγριας μορφής του και της καταστροφών που τους προκαλούσε. Τη μέρα που ξημέρωνε θα πήγαινε να το ψάξει, μα οι συλλογισμοί του για αυτό που θα συναντούσε δεν τον άφηναν να αφεθεί στον ύπνο. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι το παράθυρο. Το δάσος απέναντι του ορθωνόταν σαν φρούριο γεμάτο μυστικά.

Το επόμενο πρωί ξεκίνησε με το πρώτο αμυδρό φως της αυγής. Θα πήγαινε για μια πρώτη διερεύνηση, ήθελε να χαρτογραφήσει στο μυαλό του το μέρος ώστε την επόμενη φορά να προχωρούσε βαθύτερα. Απ’ τα πρώτα βήματα αντιλήφθηκε μια περίεργη ενέργεια, μια αίσθηση πως κάποιος βάδιζε πίσω του σε απόσταση αναπνοής. Όσο προχωρούσε ένας φόβος μεγάλωνε στο στήθος του, σαν να βρισκόταν υπό το βάρος ενός βλέμματος, ένιωσε γυμνός, εκτεθειμένος μπροστά σε σ’ έναν αόρατο εχθρό. Το μέρος σκεπασμένο ως πέρα με θεόρατα δέντρα παρέδιδε τα πάντα σε μια πυκνή σκιά· καθόλου παράξενο που οι ντόπιοι το θεωρούσαν στοιχειωμένο, μένοντας μακριά. Όσο περνούσε η ώρα περπατούσε όλο και βαθύτερα, σαν υπνωτισμένος. Φοβόταν, μα δεν μπορούσε να σταματήσει, αν και τα πάντα εκεί φαίνονταν εχθρικά, συνέχιζε να προχωρά. Σε μια στιγμή ο άνεμος τίναξε τα κλαδιά κι ένα από αυτά τον χτύπησε στο πρόσωπο. Παραπάτησε, χτύπησε σε κάποιο κορμό κι έπεσε κάτω. Του φάνηκε τότε πως άκουσε μια μακρινή φωνή, ίδια με ψίθυρο σε μια στιγμή της ζάλης του, μια φωνή που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγε μονάχα τον ρυθμό της καταλάβαινε που του απευθυνόταν μ’ ένα τόνο επιτακτικό, σε ρυθμό επαναλαμβανόμενο. Ένιωσε τότε πολύ να νυστάζει, του ήταν αδύνατο να κρατήσει τα μάτια κλειστά.

Βυθίστηκε σ’ ένα όνειρο γεμάτο εικόνες που αναπαράγονταν με ταχύτητα κινηματογραφική. Το πρώτο που είδε ήταν μια απέραντη έκταση γεμάτη κομμένα δέντρα. Έπειτα μια τίγρη μέσα σε κλουβί. Ένα ποτάμι γεμάτο μαυρισμένο νερό. Τον ουρανό κρυμμένο πίσω από συστάδες νέφους. Ξαφνικά σα να βρέθηκε στη μέση μιας πόλης. Έκανε να μιλήσει μα η φωνή του χάθηκε μέσα σε εκκωφαντικούς θορύβους. Σήκωσε το βλέμμα· ο ήλιος ψηλά είχε αντικατασταθεί με λαμπτήρα πυρακτώσεως. Ένιωσε την αναπνοή του να δυσκολεύεται, σα το πλήθος γύρω να του απορροφούσε όλο το οξυγόνο.

Ξύπνησε τρομοκρατημένος. Σαν να βρισκόταν ξαφνικά μπροστά σε αόρατο δικαστήριο γνωρίζοντας την ενοχή του. Καταλάβαινε πως στο μέρος εκείνο ήταν εχθρός, ένας εισβολέας που ήρθε για να κλέψει όπως κάνουν όλοι του είδους του από τότε που κυριάρχησαν στον πλανήτη. Ποτέ άλλοτε δεν το είχε σκεφτεί, έπιανε τα θηράματα του όπως οι ψαράδες τα ψάρια, αδιάφορα εκτελώντας μια προκαθορισμένη διαδικασία. Όμως αυτή τη φορά ήταν σαν να περπατούσε στο κορμί ενός γίγαντα, ενός ζωντανού οργανισμού του οποίου ήταν ξένο σώμα. Τρομαγμένος, βάλθηκε να περπατά το μονοπάτι του γυρισμού με βήμα βιαστικό μα έπειτα από ώρα διαπίστωσε πως είχε επιστρέψει στο ίδιο σημείο. Είχε χάσει τα ίχνη της διαδρομής, ήταν μπερδεμένος κι η κούραση τον είχε παραλύσει. Κάθισε στο χώμα με τα μάτια ανοιχτά προς το κομμάτι του ουρανού που διακρίνονταν πίσω απ’ τα φυλλώματα. Για πρώτη φορά μπορούσε ν’ ακούσει την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά που τον ταρακουνούσε ολόκληρο.

Τότε διέκρινε από την άκρη του ξέφωτου δυο μάτια να γυαλίζουν. Δυο μάτια που έμοιαζαν να κοιτάζουν μέσα του, να τον διαπερνούν, να τον απογυμνώνουν. Σαν να μην άντεξε τη λάμψη τους, έστρεψε το κεφάλι χαμηλά σφαλίζοντας τα μάτια ώσπου, λίγες στιγμές αργότερα, άκουσε κοντά του μια βαριά, αργή αναπνοή. Εκείνη τη στιγμή σα να έσπασαν τα σύνορα του φόβου, σαν να μπήκε στον πυρήνα του εαυτού του, στην επικράτεια του απείρου. Άπλωσε στα τυφλά το χέρι αγγίζοντας ένα τριχωτό σώμα που στεκόταν δίπλα του ακίνητο. Εκείνο δεν αντέδρασε. Το χάιδευε όπως θα έκανε μ’ ένα ήμερο κατοικίδιο διατρέχοντας απαλά τη ράχη του, νιώθοντας την καρδιά να χτυπάει σαν τη δική του, βιαστικά. Μια παρόρμηση τον έκανε να απλώσει και το άλλο χέρι αγκαλιάζοντας το ζεστό αυτό κορμί όπως δεν είχε αγκαλιάσει ποτέ άνθρωπο, σαν να βρήκε για πρώτη φορά ένα πλάσμα αδερφικό. Δυο έρημα θηρία στη μέση του πουθενά που ανταμώθηκαν σε μια στεριά του κόσμου. Η προηγούμενη ζωή του αποκαλύφθηκε ψεύτικη εκείνη τη στιγμή, οι επιδιώξεις, οι συναναστροφές, οι κατακτήσεις. Όλα συντρίβονταν υπό το βάρος μιας μακράς σιωπής που έμοιαζε να έχει ιστορία αιώνων. Μιας σιωπής που έσβηνε κάθε θόρυβο που κουβαλούσε μέχρι τότε μέσα του. Τον θόρυβο των ανθρώπων. Πώς έζησε τόσα χρόνια στην εξορία τους; Άνοιξε τα μάτια: Όλα τριγύρω του λούζονταν σ’ ένα πορτοκαλένιο φως. Τα δέντρα, το χώμα, ο λευκός λύκος.

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας