Η άδεια πρωτεύουσα

athens

Αγαπώ την πρωτεύουσα σαν αδειάζει από το ανθρώπινο φορτίο της και ανασαίνει τους ελεύθερους της δρόμους. Τη σιωπή που αρχίζει το νοητό τραγούδι της δίχως ένα ωκεανό ομιλιών να την πνίγουν. Συγχρονίζεται με το θρόισμα των δέντρων και την ακινησία των μαρμάρων. Το φως ρέει ανενόχλητο απ’ τους αντικατοπτρισμούς των αμαξιών ποτίζοντας με τη θέρμη του τα λιγοστά δέντρα που αναδύονται απ’ τις σχισμές των πεζοδρομίων. Οι λίγοι διαβάτες όμοιοι με προσκυνητές ενός υπαίθριου ναού διασχίζουν με ήπιο βήμα τις αποστάσεις μεταξύ των κτηρίων. Κάποτε συναντιούνται, ψιθυρίζουν κάποιο χαιρετισμό και συνεχίζουν το δρόμο τους. Οι βιτρίνες δεν επιτίθενται με τις ρεκλάμες τους, τα φανάρια δεν διατάσσουν την κίνηση, οι κόρνες κι οι συναγερμοί ουρλιάζουν πλέον μακριά.

Η μεγάλη πόλη απαλλάσσεται απ’ τους κατοίκους της όπως απαλλάσσεται κανείς από μια ασθένεια. Ανακουφισμένη από το βάρος που έφυγε, φέρεται με γενναιοδωρία στους λίγους της πιστούς προσφέροντας την κρυμμένη της ομορφιά σ’ αυτούς που έχουν μάτια να την διακρίνουν. Μικρά πλακόστρωτα δρομάκια που διακλαδίζονται μέσα σε παλιές γειτονιές του κέντρου, άλση που ξεφυτρώνουν σαν οάσεις μέσα στην έρημο των κτηρίων, και μια ησυχία τόσο απόλυτη που αφήνει τη σκέψη ν’ ακουστεί. Λίγες βδομάδες αρκούν στον τόπο ετούτο να ξεκουραστεί από τα πλήθη που τον απομυζούν τον υπόλοιπο χρόνο δίχως να τον αγαπούν, εγκαταλείποντας τον με την πρώτη ευκαιρία. Μια  αρχόντισσα ξεπεσμένη που καρτερεί τις λίγες αυτές μέρες του χρόνου για να συναντηθεί προσωρινά με τη χαμένη της αξιοπρέπεια.

Αναδημοσιευση απο το suburian.blogspot.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας