Κραυγή

Ήτανε καλοκαίρι. Τα παιδικά μου πόδια έτρεχαν το δρόμο που έβγαζε στο σπίτι όπου, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά, απολάμβανε την σιωπή του χωριού. Ήταν μέσα Ιουλίου και ο αγέρας ερχόταν θερμός από το νότο. Σαν έφτανα στην πόρτα με περίμενε η μυρωδιά του φαγητού, σημάδι πως επέστρεφα στο ασφαλές περιβάλλον της οικογένειας μακριά από το στοιχειωμένο, όπως το πίστευα δάσος.

Κι όμως, πάντα κάτι με έσπρωχνε, ένα μυστήριο με καλούσε προς την αγριότητα, προς τη σκοτεινιά του αγνώστου εκείνου μέρους. Κι ήταν φορές που η σκέψη μου γέμιζε με εικόνες από εκεί, ακριβώς γιατί το μυστήριο αυτό μεθούσε τη φαντασία μου και ξόρκιζε τη μονοτονία εκείνης της εποχής.

Ένα απόγευμα που λείπαν όλοι τράβηξα κατά το μονοπάτι που οριοθετούσε την αρχή του δάσους. Στάθηκα για λίγη ώρα στο σύνορο αυτό μεταξύ του ασφαλούς και αγνώστου για μένα κόσμου κι ύστερα μια ώθηση με έσπρωξε προς τα μπρος, ίσια στο ημίφως με τα κλαδιά που απλώνονταν από πάνω μου όμοια δίχτυα. Έτρεχα στα τυφλά, ακολουθώντας τα πιο στενά περάσματα που διακλαδώνονταν ανάμεσα στους κορμούς. Άκουγα την καρδιά να χτυπάει σα να ζητούσε να βγει, η ανάσα εξαντλημένη ανεβοκατέβαινε στο στήθος με άγριο ρυθμό. Το βίωνα πως έμπαινα, ολοένα και περισσότερο, στα σπλάχνα ενός θηρίου. Το σκοτάδι πύκνωνε τριγύρω και μόνο η λάμψη κάποιων αστεριών τρυπούσε τις συστάδες των φυλλωμάτων που απλώνονταν επάνω. Σήκωσα το βλέμμα γυρεύοντας το σημάδι κάποιου φεγγαριού και τότε ήταν που ένιωσα το πόδι μου να σκοντάφτει σε κάτι βαρύ, πετώντας με στο έδαφος, στο παγωμένο χώμα.

Ένα κρότο άκουσα τότε και μέσα απ το σκοτάδι στην έκρηξη μιας αστραπής είδα στα δέντρα απάνω μου τα κλαδιά να λικνίζουν σ’ ένα χορό μαυλιστικό όμοια με ανατολίτισσες χορεύτριες. Προσπάθησα τα μάτια μου να κρατήσω ανοιχτά μα αυτά βάραιναν ολοένα μέχρι που σφάλισαν κι ήταν τότε που ξεκίνησαν οι εικόνες να ξεπηδούν. Τσεκούρια είδα να πέφτουν από τον ουρανό σχίζοντας στα δυο τους κορμούς. Τα χέρια μου φυτεμένα στο χώμα με εμπόδιζαν να κουνηθώ για ν’ απομακρυνθώ από το σκηνικό αυτό του τρόμου. Κορμοί από δέντρα αιωνόβια γκρεμίζονταν δίπλα μου ενώ ρίζες πετάγονταν απ τα σπλάχνα της γης χτυπώντας τριγύρω σα χταπόδια. Ο ουρανός είχε φορέσει το πορφυρό χρώμα της αποκάλυψης ενώ το έδαφος, σαν καθρέφτης του ουρανού, πλημμύρισε με φλόγες που χορεύαν υπό τη δύναμη μιας, ολοένα και αυξανόμενης, σεισμικής δόνησης. Ελάφια τρέχαν κατά κοπάδια προς κάθε κατεύθυνση μαζί με αμέτρητα άλλα πλασματάκια που είχαν φωλιάσει στις φυλλωσιές και στις τρύπες των δέντρων. Ο αέρας ολοένα γέμιζε πυκνό μαύρο καπνό που έπνιγε την ανάσα μου. Μια κραυγή που προσπάθησα να βγάλω πνίγηκε ανάμεσα στα χείλη μου. Έπειτα σκοτάδι απόλυτο.

Σαν ξύπνησα το φως παιχνίδιζε διαμέσου των φυλλωμάτων, στο πρόσωπο μου. Μόνο τα πουλιά κάλυπταν την μακάρια σιωπή του τοπίου με το κελαηδητό τους. Τίποτε δεν θύμιζε τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας. Σ’ όλο το μέρος απλώνονταν η αρμονία ενός απομονωμένου παραδείσου. Σαν αναγεννημένος, σηκώθηκα και πήρα το δρόμο για το σπίτι…

Χρόνια μετά βρέθηκα ξανά στα ίδια εκείνα μέρη μόνο που στη θέση του δάσους είχε φυτρώσει ένα συγκρότημα κτηρίων που στέγαζε γραφεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Λίγα κομμάτια πρασίνου στο προαύλιο και κάποια δέντρα απέξω, θύμιζαν πως εκεί υπήρξε κάποτε δάσος. Κι εγώ ένας υπάλληλος ανάμεσα σε πολλούς άλλους, δέσμιος των τοίχων ενός γραφείου, ποτέ δεν λησμόνησα την τελευταία αυτή κραυγή του τόπου αποτυπωμένη στις τρομακτικές εικόνες εκείνου του παιδικού ονείρου.

Της συντακτικής ομάδας του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας