Άγγελος

Μια βροχερή μέρα του φθινοπώρου ένας Άγγελος εμφανίστηκε στο κέντρο μιας πλατείας. Τα χέρια του κρατούσαν τριαντάφυλλα που προσφέρονταν στους περαστικούς. Μα οι άνθρωποι τον κοίταζαν γεμάτοι καχυποψία αρνούμενοι να δεχτούν το δώρο του παρότι το χρώμα τους τράβαγε το βλέμμα ξεχωρίζοντας απ’ το μονότονο γκρίζο που κάλυπτε τα τριγύρω κτήρια. Δυο κοπέλες μονάχα τον πλησίασαν παίρνοντας από ένα, μα έπειτα θέλησαν να τον πληρώσουν βάζοντας στο χέρι του κάμποσα κέρματα. Ο Άγγελος απογοητευμένος εξαφανίστηκε από μπροστά τους για να εμφανιστεί λίγες στιγμές μετά στο πίσω μέρος μιας σχολικής αίθουσας.

Στην άλλη πλευρά της τάξης, μπροστά στον πίνακα βρίσκονταν όρθιος ένας καθηγητής κρατώντας στα χέρια του ένα μεγάλο βιβλίο μέσα απ’ το οποίο διάβαζε φωναχτά. Τα παιδιά από κάτω άκουγαν τα περισσότερα βαριεστημένα, άλλα ονειροπολώντας κοιτάζοντας το παράθυρο κι άλλα ζωγραφίζοντας πάνω στα θρανία. Κάποια στιγμή ο καθηγητής σταμάτησε την ανάγνωση καλώντας ένα μαθητή να σηκωθεί όρθιος. Του ζήτησε να επαναλάβει τη φράση που είχε μόλις διαβάσει. Ο νεαρός αφού κοίταξε αμήχανος για μια στιγμή την υπόλοιπη αίθουσα, έκανε μια προσπάθεια να επαναλάβει κάποιες φράσεις που είχε ακούσει τυχαία από την ανάγνωση του καθηγητή. Τραύλισε αδέξια κάποιες σκόρπιες προτάσεις σιωπώντας ύστερα και χαμηλώνοντας το κεφάλι. Ο καθηγητής τότε τον άρπαξε από το αυτί σέρνοντας τον πίσω μέχρι το θρανίο του. Του είπε να απλώσει ανοιχτές τις παλάμες του με το χάρακα έπειτα να πέφτει πάνω τους τόσο δυνατά που το αγόρι δάγκασε τα χείλη του από τον πόνο.

Ο Άγγελος τότε, με μια κίνηση των χεριών του μεταμόρφωσε κάθε βιβλίο σε περιστέρι που καθένα άρχισε να φτερουγίζει τριγύρω στην αίθουσα. Μεμιάς τα παιδιά άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στα θρανία φωνάζοντας μέσα σ’ ένα πανζουρλισμό από φτεροκοπήματα. Ο καθηγητής παρακολουθούσε σαστισμένος το χάος που συνέβαινε μπροστά στα μάτια του ανίκανος ν’ αντιδράσει. Ο Άγγελος διακριτικά απομακρύνθηκε από την αίθουσα για να βρεθεί την επόμενη στιγμή έξω από μια έπαυλη.

Ψηλά δέντρα στην αυλή σκέπαζαν την όψη ενός επιβλητικού κτηρίου. Προχώρησε ανεμπόδιστος μέσα από καγκελόπορτες και τοίχους για να βρεθεί σ’ ένα γεμάτο από έπιπλα σαλόνι. Στον καναπέ βρισκόταν ξαπλωμένος ένας άντρας και κάπνιζε. Ο Άγγελος στεκόταν δίπλα του μα εκείνος δεν μπορούσε να τον δει. Διάβασε για μια στιγμή τη σκέψη του και τη βρήκε γεμάτη με αριθμούς που αυξάνονταν, συμφωνίες που κλείνονταν, επιθυμίες που πολλαπλασιάζονταν δίχως τέλος. Ο Άγγελος σήκωσε το χέρι και το άγαλμα που βρίσκονταν στο κέντρο του δωματίου εξαφανίστηκε. Ο άντρας τρομαγμένος σηκώθηκε όρθιος κοιτάζοντας τριγύρω γεμάτος απορία. Τότε άρχισαν να εξαφανίζονται το ένα μετά το άλλο, και τα υπόλοιπα αντικείμενα του δωματίου: Το τραπέζι με τα κινέζικα βάζα, το πιάνο με τις παρτιτούρες ακόμα κι ο καναπές που πριν λίγο κάθονταν. Έξαλλος έτρεχε τριγύρω προσπαθώντας να συγκρατήσει τα αντικείμενα που εξαφανίζονταν μα αυτά χάνονταν μέσα απ’ τα χέρια του σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλα. Σε λίγο που το σπίτι είχε αδειάσει εντελώς ο άντρας είχε μείνει τρομαγμένος ανάμεσα σε γυμνούς τοίχους.

Τότε ένιωσε το μάρμαρο κάτω απ’ τα πόδια του να σπάζει κι απ’ το πάτωμα διέκρινε έκπληκτος να φυτρώνουν με γρήγορους ρυθμούς δέντρα κάθε λογής. Μια πλημύρα χρωμάτων απλώθηκε απ’ τα κλαδιά τους σπάζοντας πόρτες και παράθυρα σηκώνοντας παράλληλα τον άντρα ως το ταβάνι που απ’ την πίεση σκίστηκε στα δύο. Δίχως να το καταλάβει τα κλαδιά σα χέρια τον είχαν σηκώσει ανάσκελα πρός τον ουρανό. Στιγμιαία πρόλαβε να δει μία λάμψη να σκεπάζει μια στιγμή τον ουρανό κι έπειτα ν’ απομακρύνεται σβήνοντας με ταχύτητα στο τέλος του ορίζοντα.

Ο Άγγελος είχε τελειώσει την πρώτη του επίσκεψη στους ανθρώπους.

Της συντακτικής ομάδας του Shortstory.gr

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας