Πρώτη Φορά

Είμαι, λέει, στη κοιλιά ενός αεροπλάνου.Η πόρτα ανοίγει, εγώ αφήνομαι στο κενό. Φτιάχτηκα γι αυτό. Για να πέσω επάνω στα κεφάλια δικαίων και αδίκων, μαχόμενων και αμάχων. Και όσο κι αν η μοίρα μου ήταν αυτή, όσο κι αν η κατασκευή μου από τα πρώτα στάδια της μακέτας ακόμα είχε στόχο αυτό το πρώτο, συνάμα και τελευταίο μου ταξίδι που μόλις ξεκίνησε, δε παύω να σκέφτομαι τη στιγμή της πρόσκρουσης.

Ο βόμβος του αεροπλάνου χάνεται πίσω μου και η γη τρέχει με πολλά χιλιόμετρα την ώρα επάνω μου. Χιλιάδες σκοτεινά πόδια πάνω από το έδαφος, ταξιδεύω πρώτη φορά με τη δύναμη της βαρύτητας. Θα φέρω, σε λίγο, τη καταστροφή!

Σε λίγα μόνο λεπτά, θα ανατιναχθώ με θόρυβο και λάμψη, πρώτη φορά θα πάψω να υπάρχω, δίνοντας έτσι νόημα στην ύπαρξη μου. Ακριβώς τη στιγμή που θα καταστρέφομαι, θα ολοκληρώνομαι.

Μαζί με μένα, πολλοί θα πεθάνουν για πρώτη φορά, θα μείνουν ορφανοί για πρώτη φορά, κτίρια θα καταστραφούν για πρώτη φορά. Τόσο άμαθοι όλοι μας σε αυτό. Τόσο στενά συνδεδεμένες μοίρες στο ταγκό του χαμού.

Περνάω μέσα από τα σύννεφα. Σύμμαχοι του στόχου, μπας και τον χάσω, αλλά χωρίς υπόσταση, χωρίς τη δύναμη να με κρατήσουν διαλύονται μέσα στο σφύριγμα του αέρα που διασχίζω, εξατμίζονται από τη θερμότητα της τριβής μου με την ατμόσφαιρα.

Ο χρόνος παγώνει, κυλάει αργά. Εγώ βγάζω φτερά. Το εξωτερικό μου μεταλλικό περίβλημα γίνεται ανάλαφρο. Η καταστροφική κεφαλή μέσα μου φτιάχνει καραμέλες, η πυρηνική της δύναμη δουλεύει για να δημιουργήσει γλυκές γεύσεις, ευχάριστες αισθήσεις.

Έλκομαι πλέον από τη βαρύτητα του φεγγαριού πίσω μου. Μεταμορφώνομαι σε μπαλόνι και αιωρούμαι πάνω από το στόχο. Οι κάτω με βλέπουν, με καλούν, γελάνε και χορεύουν, βγαίνουν από τα καταφύγια. Με κοιτάνε και αγαπιούνται, κάνουν έρωτα, δημιουργούν ζωή, με προσμένουν. Πανηγύρι.

Θυμώνω! Δεν είμαι αυτό εγώ. Είμαι μια οργή, χτισμένη εδώ και κάμποσο καιρό, τελειοποιημένη με το χρόνο, να τους αφανίσω έχω φτιαχτεί… μα αυτοί διασκεδάζουν. Ο θυμός μου με ξανακάνει βόμβα. Σπάω το μπαλόνι, κόβω τη σύνδεση με το φεγγάρι.

Το ύψος που κέρδισα το αξιοποιώ ώστε να πέσω με ακόμα πιο πολλή δύναμη επάνω τους, θα καρφωθώ στη γη τους και θα τη μολύνω…. μα ξαφνικά στροβιλίζομαι και πάλι.

Σαν οι τόνοι του βάρους μου να μην έχουν σημασία, το καταστροφικό μου φορτίο να θέλει να φύγει στο κενό του διαστήματος, κόντρα σε κάθε έννοια λογικής, σε κάθε προδιαγεγραμμένη από φυσικούς και αφύσικους νόμους πορεία.

Έχω μπλεχτεί σε ένα γαϊτανάκι που δε καταλαβαίνω, τη μια στιγμή είμαι βόμβα, την άλλη ένα φορτίο γονιμότητας, θα καρφωθώ στη γη τους για να τη γονιμοποιήσω, τι διάολο είμαι τελικά, ως τι θα πέσω επάνω σε αυτές τις ζωές, τις κληρονομιές, τις Ιστορίες;

Χίλια μέτρα πριν το έδαφος είμαι καταστροφή, οχτακόσια μέτρα πριν το έδαφος είμαι ευλογία, τώρα στα πεντακόσια αλλάζω και πάλι χρώματα, μαυρίζω θυμώνω μισώ, στα τριακόσια αγαπάω και είμαι πολύχρωμη, διακόσια τώρα τι;Τι; Τι; Εκατό…. Πενήντα! Αποφάσισε επιτέλους!

Ξυπνάω. Ησυχία. Ο χρόνος κυλάει κανονικά, τον ακούω καθώς κινεί τους δείκτες, τον νιώθω να περνάει μέσα από τον γνώριμο ήχο της καφετιέρας που γουργουρίζει καφεΐνη. Στο μπαλκόνι ο καπνός του τσιγάρου μου φεύγει προς τα πάνω. Ίσως να έλκεται από τη σελήνη προς το χαμό του γιατί δε θα προλάβει να φτάσει εκεί. Ούτε εγώ πρόλαβα να δω πως έπεσα τελικά πάνω στη ξένη γη. Κατάλαβα όμως. Γιατί ήταν η πρώτη μου φορά που είδα ένα τόσο ξεκάθαρο όνειρο!

Του Αλέξη Αθανασιάδη 

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας