Τα γάντια

Οι μαύρες μπότες του τσαλαβουτούν στα λασπόνερα, αρχίζει να επιταχύνει και ξαφνικά το ένα πόδι του βυθίζεται στη λάσπη. Βάζει όλη του τη δύναμη για να το βγάλει αλλά δεν τα καταφέρνει. Με μια κραυγή που γέμισε αντίλαλους το δάσος, σκίζει το πάνω μέρος της μπότας και τραβάει το πόδι του. Πετάει και την άλλη μπότα σε έναν βάλτο και συνεχίζει.

Περνάει μισή ώρα, περνάνε τρία τέταρτα, περνάνε δυο ώρες. Συνεχίζει να περπατάει ξυπόλητος. Σταματάει. Ακουμπάει με τα γόνατα στη γη, κάνει το σταυρό του, προσεύχεται. Σηκώνεται, τώρα συνεχίζει. Στο πρόσωπο του φαίνεται καθαρά η αγωνία, ο φόβος, ο επερχόμενος κίνδυνος. Έχουν περάσει οχτώ ώρες. Δε ξεχωρίζουν τα δάκρυα απ’ τον ιδρώτα και με τα μάτια θολά και απεγνωσμένα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη σκιά του. Τα πόδια του είναι ματωμένα, γεμάτα εκδορές. Στα χέρια του φόρεσε τα γάντια που του είχε χαρίσει εκείνη. Σε ένα τόσο άγριο σκοτεινό μέρος η μοναδική ευτυχισμένη στιγμή είναι όταν τη σκέφτεται.

Σαν να ήταν χτες η μέρα που του τα χάρισε. Η πόλη είχε τρομερή κίνηση και της είχε υποσχεθεί πως θα συναντηθούν για λίγο στο παλιό λιμάνι. Πάντα αναζητούσαν τα μέρη, τα λιγότερο θορυβώδη, ίσα για να ανταλλάξουν ένα φιλί και δυο λόγια. Έφτασαν σχεδόν μαζί και στάθηκαν μπροστά στο συντριβάνι. Από δίπλα κάτι παιδιά γελούσαν με έναν ταχυδακτυλουργό και έβαζαν αστεία στοιχήματα. Από την άλλη πλευρά ο γνωστός Πάμπλο έφτιαχνε μοναδικά σκουλαρίκια, βραχιόλια με το όνομα που του ζητούσαν και δαχτυλίδια με χρωματιστές χάντρες. Την κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, της είπε πως τη χρειάζεται. Εκείνη έπιασε τα χέρια του και του φόρεσε τα γάντια που του είχε πάρει. Του ψιθύρισε, καθώς τον φιλούσε, ότι θα είναι πάντα δίπλα του.

Συνεχίζει να προχωρά και πετάει το σακίδιο που κουβαλούσε επί ώρες στους ώμους του. Η πυκνή βλάστηση δυσχεραίνει την πορεία του και κρατώντας δυο γερά ξύλα ανοίγει τις διόδους που θέλει. Μα επιτέλους, φαίνεται ένα σπίτι! Απέξω κήπος με ένα μόνο δέντρο. Τα κλαδιά του δέντρου ίσα που λυγίζουν και ο άνεμος γύρω απ’ αυτό τελειοποιεί τη μαεστρία του.

Τα μάτια του διογκώνονται, ανιχνεύουν το τοπίο. Πρέπει να μπει στο σπίτι, να ζητήσει βοήθεια. Εισέρχεται. Είναι σκοτεινά… Ακούγεται ένα τσαφ και ανάβει μια μικρή λάμπα κάπου στο βάθος.  Δεν ακούγεται τίποτα όμως. Ούτε βήματα, ούτε ανάσες, κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας. Θέλει να φύγει… Ανοίγει τη σιδερένια πόρτα και αρχίζει να τρέχει. Έχει διανύσει ήδη μεγάλη απόσταση και ούτε γυρίζει να δει πίσω του. Αρχίζει να γίνεται όλος μια πληγή. Έχει πάψει να ελπίζει, περπατά και δε νιώθει πια ο εαυτός του, είναι σαν αγρίμι, πέταξε τα ξύλα, έπαψε να μετράει τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα και πολεμάει τη φύση με τα χέρια του, για να την προσπεράσει. Ένα ελικόπτερο τον εντοπίζει….

Τώρα κοιμάται σε δωμάτιο νοσοκομείου. Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια του και ενώνει τις παλάμες των χεριών του. Θέλει πίσω τα γάντια του.

Της Πόπης Κλειδαρά

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας