Ψευδαίσθηση

Μπήκε στο δωμάτιο στις μύτες των ποδιών. Ο χαμηλός φωτισμός και οι σκηνές παραμυθιών που εναλλάσσονταν στους τοίχους κάθε τόσο, την πλημμύρισαν με μια γλυκιά αίσθηση. Πλησίασε την κούνια, που βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του διπλού κρεβατιού. Έσκυψε από πάνω της και κρατώντας την αναπνοή της, τράβηξε απαλά το σεντόνι που της έκρυβε το πλασματάκι που αναπαυόταν στο μαλακό στρώμα.

Τα πράσινα μάτια της έλαμψαν τη στιγμή που αντίκρισε ένα μικρό κεφαλάκι, στολισμένο με ξανθιές μπούκλες, μια μικροσκοπική μυτούλα και δυο κατακόκκινα χειλάκια, τα οποία ταίριαζαν απόλυτα στη λευκή επιδερμίδα του. Συνέχισε να κατεβάζει το σεντόνι, πάντα με απαλές κινήσεις και πάντα κρατώντας την αναπνοή της, για να μην ταράξει τον ύπνο της μικρής πριγκίπισσας. Ένα ροζ κορμάκι, με λευκές λεπτομέρειες στις άκρες των χεριών και των ποδιών, τύλιγε το λεπτοκαμωμένο πλασματάκι που φαινόταν να απολαμβάνει την ζεστασιά του.

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν πάνω από τη μικρή. Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα δαχτυλάκια της. Προς στιγμήν τρόμαξε ότι το ξύπνησε, όταν είδε το μωρό να τεντώνει τα χεράκια του αλλά ένιωσε τη μεγαλύτερη ευτυχία, όταν εκείνο γύρισε προς το μέρος της και έσφιξε στην παλάμη του το δάχτυλό της.

Χαμογέλασε. Η κίνηση αυτή τη γέμισε ευτυχία. Όλα φαινόταν τόσο μακρινά κι αστεία. Ο χωρισμός της από το Νίκο, η κατάθλιψη που τον συνόδεψε, η προαγωγή που έγινε απόλυση, οι επιπλοκές στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης, οι επανωτές εξετάσεις, τα ξενύχτια, τα σαράντα που ήταν προ των πυλών. Όλα έμοιαζαν ασήμαντα μπροστά στην ευτυχία που ένιωθε εκείνη τη στιγμή.

«Το μωρό μου» ψιθύρισε. Ασυναίσθητα, από τα χείλη της, άρχισε να βγαίνει η μελωδία του νανουρίσματος με το οποίο η δική της μητέρα συνόδευε τα αθώα όνειρά της. «Το μωρό μου» επανέλαβε και από την άκρη του ματιού της ξεχύθηκε ένα ρυάκι το οποίο αλλοίωσε τη γλυκιά γεύση των χειλιών της.

Η παρουσία της Μαρίνας, της αδερφής της, την ξάφνιασε. Τα ερωτήματα, που ήταν έκδηλα στο βλέμμα της Όλιας απαντήθηκαν με τη φράση της αδερφής της «Πως σου φαίνεται η ανιψιά σου;». Η μικρή πριγκίπισσα δεν ήταν η κόρη της αλλά η ανιψιά της. Η δύσκολη εγκυμοσύνη, οι επανωτές εξετάσεις, τα ξενύχτια, τα είχε περάσει η αδερφή της. Εκείνη απλά είχε μείνει μόνη λίγο πριν τα σαράντα.

Η Όλια σηκώθηκε από το κρεβάτι. Φίλησε την αδερφή της και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Η ψευδαίσθηση στην οποία είχε αφεθεί τη γέμισε με θλίψη αλλά και γνώση για το τι θα πει ευτυχία.

του Χάρη Γαντζούδη

 

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας