Η βροχή που πέφτει

Το ξεθωριασμένο κόκκινο παραθυρόφυλλο έμοιαζε θλιμμένο. Ανοιγόκλεινε αργά, ακολουθώντας τον ρυθμό του ανέμου και πάνω στο τζάμι έτρεχαν εκατοντάδες σταγόνες. Μύριζε βροχή.

Απέναντι, διέκρινες το σκούρο πέλαγος με τα άγρια κύματά του. Μια γυναικεία φιγούρα με γκρίζα, ίσια μαλλιά μέχρι τους ώμους στεκόταν μπροστά στο ξύλινο παράθυρο, απολαμβάνοντας το άρωμα της βροχής. Το πρόσωπό της ήταν αμυδρά χαμογελαστό, ταλαιπωρημένο, κρύβοντας μια απέραντη και σκοτεινή μελαγχολία. Το λεπτοκαμωμένο γεμάτο πανάδες χέρι της κρατούσε μια άσπρη κούπα με ζεστό τσάι και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στη βροχή, που χόρευε με σιγανό ρυθμό.

Σκεφτόταν τα ευτυχισμένα χρόνια που έφυγαν μακριά. Ήταν ένα παρελθόν γεμάτο ζωηρά χρώματα, με στιγμές συντροφικότητας, αγάπης, γαλήνης.

Κάτω από το παράθυρο, παρατήρησε ένα μοβ αγριολούλουδο, μονάχο του να παλεύει με τον μανιώδη άνεμο, για να κρατηθεί στη ζωή. «Καημένο λουλουδάκι» είπε κι ένα δάκρυ κύλησε στο ροζιασμένο μάγουλό της. Ο άνεμος ούρλιαζε και το στρόγγυλο κερί, που βρισκόταν στο κέντρο του συμμαζεμένου τραπεζιού, λικνιζόταν με μαεστρία. Είχε σουρουπώσει.

Κανένας δε φώναζε πια το όνομά της. Κανένας δεν την έψαχνε. Νεκρική ησυχία. Μόνο ο ήχος του ανέμου και της βροχής ήταν αισθητός. Της άρεσε αυτός ο συνδυασμός. Αυτός ο μοναδικός ήχος ένιωθε να τη συντροφεύει, όπως κάποτε τη συντρόφευε ο αγαπημένος της.

Έκλεισε το βρεγμένο παράθυρο και συνέχισε να στέκεται όρθια μπροστά του, χαϊδεύοντας απαλά, από τη μέσα πλευρά, τα δάκρυα του, που γίνονταν ώρα με την ώρα ολοένα και περισσότερα.

Ξαφνικά, ακούστηκε ένας περίεργος ήχος στην εξώπορτα του σπιτιού σαν κάποιος να στεκόταν απ ’έξω. Τράβηξε απότομα την κουρτίνα, άφησε την άδεια κούπα στο τραπέζι και πλησίασε σιγά- σιγά την πόρτα. Ένας φάκελος έφτασε με φόρα μπροστά στις γούνινες παντόφλες της. Έκπληκτη, έσκυψε και πήρε τον φάκελο στα χέρια της.

Άκουσε βήματα να απομακρύνονται. Δεν τόλμησε να ανοίξει την πόρτα. Αμέσως, κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν πίσω της και άνοιξε τον φάκελο. «Ένα γράμμα για ’μένα;» ρώτησε με απορία. Ένιωθε ταραγμένη. Φόρεσε τα γυαλιά της. Κοίταξε τη διεύθυνση του αποστολέα και άρχισε να διαβάζει το παράξενο γράμμα. Το γράμμα είχε φτάσει από τη Γερμανία με ένα άγνωστο όνομα.
« Πέρασαν τόσα πολλά χρόνια, αλλά εγώ ανήκω ακόμη σ’ εσένα. Σε λίγες μέρες θα βρίσκομαι κοντά σου. Ελπίζω να είσαι καλά. Είμαι ζωντανός, δεν πνίγηκα σε κανένα ναυάγιο, όπως σε είχαν πληροφορήσει. Έμεινα μακριά σου, γιατί δεν ήθελα να σε πληγώσω. Σε ένα ταξίδι μου, είχα γνωρίσει μια άλλη γυναίκα, που κατάφερε να με κρατήσει κοντά της. Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Το μετάνιωσα. Την εγκατέλειψα μέσα σ ‘ένα χρόνο. Δεν έβρισκα το θάρρος να γυρίσω κοντά σου μετά από αυτό που έκανα. Εγώ τους έβαλα να σου πουν ότι πνίγηκα. Δεν μπορούσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Καλύτερα να είχα πνιγεί σε εκείνο το ναυάγιο, πριν εννέα χρόνια. Δεν αντέχω κι άλλα χρόνια μακριά σου. Θέλω να σε δω κι εύχομαι να με συγχωρέσεις.»

Τα χέρια της έτρεμαν και το χαρτί βρέθηκε στο πάτωμα. « Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Ο δικός μου άντρας είναι ζωντανός;» φώναξε με έκπληξη αλλά και θυμό. Φύσηξε το κερί για να σβήσει. Τριγύρω όλα μαύρισαν. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Έξω, η βροχή έπεφτε απειλητικά. Οι συχνές βροντές έμοιαζαν με βόμβες. Η βασανιστική και αποκαλυπτική νύχτα διαβεβαίωνε ότι τίποτα δε θα έμενε ίδιο. Από ‘δω και πέρα όλα θα άλλαζαν.

 

Της Λένας Ανθάκη

Μοιραστειτε το:

    Αφήστε μια σκέψη σας