Μόνικα!

Τόση πολύ ώρα, που δεν μου το έβγαζες από το μυαλό, πως εκείνη κάτι έντονο θύμιζε, θόλωνε τη σκέψη. Για λίγο το ξεχνούσα με τη δουλειά, μα αδίκως, εκείνο επανερχόταν• κάνε άλλη μια προσπάθεια, μου έλεγε, τη γνωρίζεις και πολύ καλά μάλιστα.

Την κοίταζα από μακριά, ελκυστική και κοντυλένια, ντυμένη στο λευκό της μπλέιζερ, μαργαριτάρια τριγύρω στο λαιμό, επιμελώς να χύνονται, μιλούσε σε κόσμο, γελαστή μα και εύθραυστη. Είχε μια ευαίσθητη υπόσταση, όχι όμως εύκολα αναγνωρίσιμη από τους άλλους, παρά μόνο από εμένα. Όμως γιατί; γιατί μόνο από εμένα;

Και όταν η μικρή μπάντα του εστιατορίου ξεκίνησε να παίζει το sicilian clan, εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στο δικό μου και βγάζοντας με αργές κινήσεις το σακάκι της, άρχισε να βηματίζει προς το μέρος μου. Κάθισε στο σκαμπό του μπαρ και ενώ εκείνη την ώρα σέρβιρα ένα μαρτίνι, έδειξε το ποτήρι και κοιτάζοντάς με, διέταξε: Uno per me! Είπε με την πιο τρυφερή αγένεια που γυναίκα έχει πει ποτέ, και τότε άρχισα να συνειδητοποιώ πως κάτι δεν πήγαινε και τόσο σωστά• ήταν το αγαπημένο μουσικό κομμάτι, ήταν το μυαλό μου που δεν σάλευε πια και ήταν αυτή που είχα πλέον καταλάβει ποιά είναι.

Της σέρβιρα το ποτό, κάθισε μπροστά μου, άνοιξε την κασετίνα με τα τσιγάρα της, πήρε ένα και το άναψε σχεδόν με ανακούφιση. Έδειχνε σαν να είχε γλιτώσει από την ανιαρή παρέα της• εμένα όμως τι θα με γλίτωνε από την πορσελάνινη ομορφιά της, το περιποιημένο μακιγιάζ, την κομψότητα των χεριών της που τα ανήσυχα αυτά, τύλιγαν τη βάση του ποτηριού. Δεν είχε αλλάξει καθόλου, παρά μόνο το χρώμα των μαλλιών της• ίσως για να μην την αναγνωρίζουν και τόσο εύκολα. Φαινόταν το ίδιο χαμένη στις σκέψεις της, όπως στις ταινίες που έχει πρωταγωνιστήσει, χαμένη στη σχεδόν θρυμματισμένη ψυχή της που πολλά από τα κομμάτια της μου έλεγαν «σε θέλω» και άλλα τόσα που με την ψυχρότητά τους με απομάκρυναν. Έκλειψη. Μια έκλειψη η καρδιά της, μια να θέλει και μια όχι. Έκλειψη. Μια να μη θέλει και μια να μη κρατιέται. Τι βάσανο! Και μες στη βαθύτητα της, έπεφτα κι εγώ, ένας άνθρωπος που είχε μαγευτεί, ένας άνθρωπος ασήμαντος που αδυνατούσε να καταλάβει. Κάπου κάπου με κοιτούσε μες τα μάτια με μια παράξενη διαύγεια και κάπου την πετύχαινα αφηρημένη, να πέφτει η στάχτη του τσιγάρου της στο δρύινο ξύλο του μπαρ, κι εγώ βουβός να το καθαρίζω.

Γιατί μια φορά δεν σε έχω δει να γελάς; γέλα με τη ψυχή σου, μόνο για λίγο και έπειτα για ακόμα μια φορά ανέστρεψε το βλέμμα στο βάθος σου. Πως θα σου φαινόταν να ζούσες μαζί μου, σ’ εκείνους τους τόπους που φαντάζεσαι ν’ αγαπάς, μα και που ποτέ σου δεν έχεις βρεθεί; πως θα ήταν να βρισκόσουν μαζί μου εκεί, να γελάς μόνο για μένα;

Όταν τελείωσε το μαρτίνι της, άφησε χρήματα δίπλα στο ποτήρι γνέφοντάς μου να κρατήσω τα ρέστα• φόρεσε την τσάντα στον ώμο και κράτησε το σακάκι στο χέρι. Χαιρέτησε τη γνωστή παρέα στο βάθος και καθώς κατευθυνόταν προς την έξοδο, πήρα το θάρρος και της φώναξα: Μόνικα! Μόνικα! Εκείνη κοντοστάθηκε στην πόρτα, γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε όλη μαγεία• ο πορτιέρης της άνοιξε, και εκείνη, απομακρύνθηκε.

Απο: Ειρήνη Βακαλοπούλου

Μοιραστειτε το:

    Διαβάστε επίσης:

    Αφήστε μια σκέψη σας