μικρή ιστορία τυφλή μονομαχία

Τυφλή μονομαχία

Κουβαλούσα το όπλο μου κι ανέβαινα το λόφο. Τα άρβυλα μου τρυπούσαν το χιόνι. Βραδυ, παντα βραδυ. Μα δεν θυμόμουν να χε ξημερώσει και καθόλου απο τοτε που άρχισε ο πόλεμος. Απέναντι άναβαν κατι φώτα εχθρών η συμμάχων δεν γνώριζα. Μα προχωρούσα να τα φτάσω πριν με σκοτώσει το κρύο. Όσο πλησίαζα οι φωτεινές αυτές κουκίδες μου φάνηκαν πως δημιουργούσαν μορφές και σχήματα άλλοτε βέλος, άλλοτε κύμα, άλλοτε άλογο όπως τα σύννεφα που καθε στιγμή κατι άλλο φανερώνουν σαν μετακινούνται. Μα σαν έφτασα στην κορυφή του λόφου καθαρότερα διέκρινα να διαγράφεται  κρανίο.

Σφυρίχτρες απο μακριά και τρεχαλητα. Να ταν οι δικοί μου; Μα πως θα τους αναγνώριζα; Εγω με ποιους ήμουν είχα ξεχάσει, μόνο απο το χρωμα της στολής καταλάβαινα, στα γαλάζια οι δικοί μας στα κόκκινα οι άλλοι όπου βλέπω κόκκινο να πυροβολώ μα τώρα ολα μαύρα μου φαίνονται τριγύρω μόνο εκείνες οι λάμψεις μακριά που όλο να φτάσω μοχθούσα μα όλο εκείνες απομακρύνονταν.

Πισω μου άκουσα βήματα και κάποιον να οπλίζει. Έπεσα  στο χώμα και όπλισα κι εγω. Να ρωτούσα “τις ει;” αποκαλύπτοντας ετσι σε ποια μεριά άνηκα; Μα ούτε ο άλλος μιλούσε μονάχα το βήμα του να πλησιάζει άκουγα όλο και πιο σταθερά προς την πλευρά μου. Άξαφνα σταμάτησε. Κράτησα την ανάσα μου περιμένοντας την επόμενη του κίνηση. Μα περνούσε η ώρα και τίποτα δεν άκουγα πέρα απ τη δική μου ανάσα που γίνονταν ατμός. Σαν άγγιγμα ένιωσα στον ώμο μου  απότομα πετάχθηκα όρθιος και με χαμένο τον προσανατολισμό άρχισα να πυροβολαω προς καθε κατεύθυνση ώσπου στέρεψαν οι σφαίρες.

Τρέμοντας έπεσα στο χώμα και περίμενα για ώρα. Μην ακούγοντας κίνηση καμμιά άναψα το φακό. Παραπέρα ο άλλος ξαπλωμένος ανάσκελα, ακίνητος. Πλησίασα και είδα το βλέμμα του άδειο, στραμμένο στους αστερισμούς και την γαλάζια στολή του ισια στο στήθος λεκιασμένη στο αίμα.

Του Γιώργου Θεοδωράκη

Μοιραστειτε το: