Δυο περιστέρια

Δεν διάβαζε καθόλου. Χανόταν  συχνά και δεν έδινε λογαριασμό. Πήγαινε πίσω από κυνηγούς για να σώσει κανένα θήραμα. Μάζευε κάποιο άρρωστο  και το γιάτρευε. Φρόντιζε αδέσποτα.  Οι δικοί του δεν ήξεραν τι να τον κάνουν. Ο θείος από την Αθήνα τους καθησύχαζε. Θα τον πάρω εγώ στη δουλειά μου και θα στρώσει.

Εκείνο το καλοκαίρι που γίνονταν οι συζητήσεις για το μέλλον του, βρήκε δυο νεογέννητα περιστέρια πεσμένα στην αυλή. Toυς έδωσε όνομα: Γούτος και Γουτάκος, Τους έφτιαξε φωλιά και τα τάιζε στο στόμα. Συνήθως δεν ρωτούσε τους μεγαλύτερους. Ενστικτωδώς ήξερε τι να κάνει σε κάθε περίπτωση. Τρυφερότητα κι αγάπη τους έδινε κυρίως. Αλλά επειδή καταλάβαινε ότι θέλουν και τροφή τα αμάλλιαγα , πήρε στάρι το μάσαγε ο ίδιος και τους άνοιγε το στόμα να το καταπιούν. Έτσι μεγάλωναν και τα φώναζε με το όνομά τους πια. Άλλη μανία κι αυτή, να δίνει σε κάθε ζωντανό ένα όνομα.

Τον Σεπτέμβρη, τα σχολεία προ των θυρών, και πήρε τη μεγάλη απόφαση να πει το ναι για την Αθήνα. Πιο πολύ γιατί έτσι θα άφηνε το Λύκειο, θα δούλευε στο θείο και θα είχε την ανεξαρτησία του. Και δοκιμαστικά στο κάτω κάτω, αν δεν πήγαινε καλά η ιστορία  θα γύριζε πίσω. Εκείνη την εποχή είχε τακτοποιήσει όλα τα ζωντανά του και τα περιστέρια υποσχέθηκε να τα ταϊζει η μάνα του. Έτρωγαν κανονικά πλέον . Εξ άλλου θα ερχόταν τις Κυριακές . Ούτε δυο ώρες με το λεωφορείο δεν ήταν, τους έλεγε καθώς τα καμάρωνε στις παλάμες του. Το ένα στη μία, το άλλο στην άλλη. Έτσι τα είχε μάθει να έρχονται και να στέκονται στις ανοιχτές του παλάμες. Το καθένα στην ίδια πάντα παλάμη και να τον χτυπούν απαλά με το ράμφος σα να του μιλάνε.

Το πρώτο Σαββατοκύριακο ο θείος με χίλια κόλπα δεν τον άφησε να πάει σπίτι του. Πίστευε ότι το παιδί πρέπει να ξεκολλήσει από το χωριό. Κι εκείνος ξεμυαλισμένος  -πρώτη φορά στην Αθήνα- δεν επέμεινε και πολύ. Το δεύτερο όμως  έφυγε χωρίς πολλά  πολλά. Είχε νοσταλγήσει τα ζωντανά του. Φτάνοντας σπίτι πήγε κατευθείαν στην πίσω αυλή για τα περιστέρια του. Τα φώναξε με λαχτάρα αλλά δεν άκουσε φτερούγισμα. Πήγε στη φωλιά τους . Ήταν το ένα μόνο του. Άπλωσε τις παλάμες του μήπως φανεί και το άλλο. Το περιστέρι κάθισε αδύναμο στη δεξιά του παλάμη, έγειρε το ράμφος και χτύπησε απαλά τρεις φορές. Έγειρε μετά και πέθανε όπως είχε και το άλλο πεθάνει λίγε  μέρες πριν. Από ασιτία. Δεν είχαν φάει από τότε που έφυγες, του είπε η μάνα του.

Της Ελένης Νανοπούλου

Μοιραστειτε το: